Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011
Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011
καλές οι πλατείες
Καλές οι πλατείες, (καλύτερες από τον καναπέ), αλλά μοιάζουν λίγο με τα απελπισμένα ραντεβού που κλείνονται μέσω ίντερνετ: βλέπεις έναν ‘πιτσιρίκο’ στη μπλογκόσφαιρα και σε πιάνει μια παιδική χαρά και όταν τον συναντάς στο δρόμο μοιάζει απίστευτα γέρος, με τα ίδια συνθήματα που είχε ο μακαρίτης παπανδρέου το 80 (διαγράψτε, διορίστε, εκλογές εδώ και τώρα). Καλές είναι και οι προτάσεις για άμεση δημοκρατία αλλά όπως ΔΕΝ λέγανε το Μάη του 68: αν θέλεις το αδύνατο πρέπει να είσαι και ρεαλιστής. Μέχρι σήμερα, όλα τα αμεσοδημοκρατικά πειράματα, από τις φυσικές ομάδες του Proudhon, τους εθελοντικούς συνεταιρισμούς του Kropotkin, τις ενορίες του Godwin, τις ομάδες συγγένειας του Bookchin, μέχρι και αυτά τα κατασυκοφαντημένα σοβιέτ είναι πειράματα που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στο μέγεθος μιας μητρόπολης, ούτε καν σε μεγάλες πόλεις, μόνο παραδείγματα με τη μορφή ‘οικοκοινότητας’ έχουν υπάρξει, τύπου Christiania, Marinaleda, τ' Απεράθο της Νάξου (η αμεσοδημοκρατία …του Γλέζου), τα μάταλα των χίπυς κι άλλα τέτοια ιδανικά για καλοκαιρινές αποδράσεις, που βασίζονται κυρίως σε μια περιορισμένη «Μαοϊκού τύπου» αυτονομία, ή σε αναρχικές θεωρίες εντελώς εξαρτημένες από δομές συγγένειας και την αυτάρκεια της αγροτικής παραγωγής και ποτέ δεν υπήρξε ένα μοντέλο «αυτόνομης» και «αμεσοδημοκρατικής» βιομηχανικής παραγωγής και βιομηχανικής πόλης ούτε στην αργεντινή, ούτε στη Κίνα, ούτε στη Ρωσία, ούτε πουθενά. Στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό αυτά τα πειράματα προτάθηκαν σαν μορφή σύγκρουσης ή πίεσης προς την εξουσία (κυρίως με την ιδέα «να περικυκλώσουμε τις πόλεις») και είχαν κάποια σημαντική πολιτική επιρροή (καλή ή κακή) μόνο όταν συνδέθηκαν με ένα κεντρικό κόμμα (κομμουνιστικό για τα σοβιέτ πχ) ή με τη δημιουργία ενός κόμματος (όπως το κίνημα των πράσινων αναρχικών που εξελίχτηκε στο κόμμα των πρασίνων). Αν θέλει κάποιος να δει τι γίνεται μια αμεσοδημοκρατική κοινότητα όταν θέλει να μπει στο παιχνίδι της βιομηχανικής παραγωγής και της παγκοσμιοποίησης, μπορεί να παρακολουθήσει τους πρώην συνεταιρισμούς και νυν πολυεθνικές επιχειρήσεις του ομίλου Mondragon στην Ισπανία: οι βιομηχανίες τους λειτουργούν με εργατικά συμβούλια (δε κάνω πλάκα), και αποδεικνύουν πως «οι εργάτες μπορούν χωρίς αφεντικά» αλλά φαίνεται πως δε μπορούν χωρίς σκληρά αποθεματικά, και μάνατζερς και μάρκετινγκ και καθετοποιημένη παραγωγή και ‘αποικιακού’ τύπου μονάδες, και …κάποια εισαγωγούλα στο χρηματιστήριο, πως αλλιώς να επιβιώσεις στις πολυεθνικές αν δεν είσαι πολυεθνική… Επίσης μπορεί να παρακολουθήσει κανείς περιπτώσεις ακραίας μετοχοποίησης (μοίρασμα πλειοψηφικών πακέτων μετοχών στους εργαζόμενους) σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες στις ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία, για να σωθούν ολόκληρες τοπικές οικονομίες από τη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, αλλά κι αυτό συνδέθηκε αναγκαστικά με υψηλή τεχνογνωσία. Όλα αυτά και πολλά παρόμοια είναι προς το παρόν «ακαδημαϊκά»… Στη περίπτωση της ελληνικής πλατείας, είναι λίγο δύσκολο να μιλήσει κανείς για αυτονομία και νομισματικούς τσαμπουκάδες, γιατί απλά, είμαστε τα γκαρσόνια της Ευρώπης (το μεγαλύτερο κομμάτι του ΑΕΠ συνδέεται με τη ναυτιλία, τον τουρισμό και τη μη διατροφική γεωργία) και αυτοί/ές με τα μπλουζάκια του Τσε στις ταβέρνες κάτι μου λέει ότι δεν είναι διατεθειμένοι να σκοτώσουν κόσμο όπως έκανε ο Τσε και όλο και μπερδεύουν, τη Κούβα και τον Ισημερινό, με την Ελβετία και τη Βρετανία, καθώς όλες αυτές οι χώρες είναι …αυτόνομες. Αντίθετα, το πιο κοντινό παράδειγμα (θεωρητικά πάντα) στις ελληνικές πλατείες, είναι μια ‘αστικού τύπου’ αυτονομία, όπως αυτή της autonomia operaia στην Ιταλία, που αποτέλεσε και τη πλέον μαζική εφαρμογή δημοκρατικών αστικών πειραμάτων στη σύγχρονη ιστορία. Για μια δεκαετία τουλάχιστον στην Ιταλία οι αυτόνομοι κατάφεραν να απαξιώσουν και να αποδομήσουν τη σοσιαλδημοκρατία και την κομμουνιστική αριστερά. Επειδή όμως δεν είχαν τίποτα να βάλλουν σ’ αυτό το κενό εξουσίας, ήρθε και έκατσε πάνω του ο Μπερλουσκόνι (παραλίγο να πω Μουσολίνι) για δυο δεκαετίες. Δυστυχώς οι αυτόνομοι ακόμα και σήμερα έχουν τη ψευδαίσθηση ότι αν δημιουργηθεί ένα κενό εξουσίας, στη θέση του θα επικρατήσει ένα «αρχιπέλαγος αλληλέγγυων ομάδων», οι «νησίδες ελευθερίας», τα ριζώματα του Γκουαταρί και του Νέγκρι κλπ αλλά σχεδόν πάντα, αυτό που επικρατεί, είναι νταβατζήδες και μαφιόζοι, τύποι σαν το Μπερλουσκόνι. Όσο ανάγκη κι αν έχεις να φωνάξεις (γιατί όσο δεν φωνάζεις θα σου πάρουν κι αυτά που έχεις) με τα αιτήματα που κυκλοφορούν στις πλατείες το πολύ να πάμε εκεί που πήγε και η Ισπανία και η Πορτογαλία: κάθε πολιτική υπεραξία από αυτές τις πλατείες βλέπω να τη καρπώνεται η ΝΔ και το Λάος. Όσο για την "αριστερά" έχει αναλάβει και πάλι το ρόλο τηλεσχολιαστή: κάθεται και κοιτάζει το πλοίο που βουλιάζει, και χαζογελάει με το γνωστό σνομπίστικο στυλάκι («σας τα ‘λεγα δε σας τα ‘λεγα;») κοιτάζοντας τα ποντίκια που τρέχουν να σωθούνε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει πατερούλης να στείλει καινούργιο καράβι, δεν υπάρχει σάλιο (ούτε δανεικό) για να αγοράσουμε καινούργιο και φυσικά όσο θα είμαστε γκαρσόνια, δε χρειαζόμαστε καν δικό μας καράβι.
Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011
Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011
peter tosh - Downpressor man
Downpresser man
Where you gonna run to
All along that day
You gonna run to the sea
But the sea will be boiling
When you run to the sea
The sea will be boiling
All along that day
You gonna run to the rocks
The rocks will be melting
When you run to the rocks
The rocks will be melting
All that day
So I said
Downpresser man
Where you gonna run to
Downpresser man
Where you gonna run to
Downpresser man
Where you gonna run to
All along that day
You drink your big champagne and laugh
All along that day
I wouldn't like to be a flea
Under your collar man
I wouldn't like to be a flea
Under your collar man
I wouldn't like to be a flea
Under your collar man
All along that day
You can run but you can't hide
Telling you all along that day
You gonna run to the Lord
Beggin' to hide you
You gonna run to Jah
Beggin' to hide you
All, all along that day
And I said Downpresser Man
Where you gonna run to Downpresser man
I said all along
All along, along that day Downpresser man
Wait, Downpresser man
Where you gonna run to
Downpresser man
I don't know where you gonna run to
All along that day
Downpresser man
You can't run, you can't bribe Jah-Jah
Can't call him in a bar
Fe can drink some
Devil soup
Can't bribe him to run a car now
Can't test him faith
Downpresser man
Where you gonna run to
Downpresser man
You can't bribe no one
Them no want no money
Them run'f money
That money get funny
Downpresser Man's here
Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011
Art as Activism: The Compelling Paintings of Ben Shahn
This is the documentary that was completed by 2009 National History Day Senior Documentary Finalist, Lauren White. The documentary covers the artistic life, career and motivations of the lauded artist Ben Shahn, who is one of the originators of the "Social Realism" movement of the 20th Century. His paintings cover social issues ranging from the trial of Sacco and Vanzetti to the tribulations of the crew members of the "Lucky Dragon" and war time propaganda.
Κυριακή, 1 Μαΐου 2011
Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011
Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011
Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010
Trailer Stand van de Sterren (Position among the Stars)
For 12 years, film maker Leonard Retel Helmrich followed an Indonesian family from the slums of Jakarta. Just as in the previous two multiple award-winning parts THE EYE OF THE DAY and THE SHAPE OF THE MOON, in the third part POSITION AMONG THE STARS, the maker continues to show us the underlying patterns of life in Indonesia. He presents that both literally and metaphorically with his revolutionary camera work. The Indonesian Sjamsuddin family is the microcosm depicting most important issues of life in Indonesia: corruption, conflict between religions, gambling addiction, the generation gap and the growing difference between poor and rich.
www.standvandesterren.nl
www.positionamongthestars.com
Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010
Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010
Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010
Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010
Sebastião Salgado
Salgado from blog www.aformi.wordpress.com on Vimeo.
Ο Σαλγάδο γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1944 σ’ ένα μικρό χωρίο, το Aimorés, της πολιτείας Minas Gerais στη Βραζιλία. Ήταν το έκτο παιδί και το μοναδικό αγόρι, μιας πολύτεκνης οικογένειας με οκτώ παιδιά. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Σάο Πάολο και στις ΗΠΑ και το 1968-1969 εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών στη Βραζιλία. Το ’69 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Βραζιλία για πολιτικούς λόγους.
Εδώ θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στην πολιτική κατάσταση της Βραζιλίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς είναι η εποχή στην οποία γεννήθηκε και ενηλικιώθηκε ο Σαλγάδο και προφανώς επηρέασε την πολιτική του σκέψη και κατ’ επέκτασιν και τη φωτογραφική του ματιά.
Η πρώτη περίοδος της ζωής του Σαλγάδο, από τη γέννησή του μέχρι την ενηλικίωσή του συμπίπτει με τη «Δεύτερη Δημοκρατία» της Βραζιλίας (1945 – 1964), η οποία χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια. Διάφορες κυβερνήσεις προσπαθούν να εκσυγχρονίσουν την Βραζιλιάνικη οικονομία, χωρίς όμως να έχουν τη δύναμη να θίξουν τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα: μεγάλα ποσοστά φτώχειας, ακτήμονες αγρότες και μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες, απαιτήσεις των ιθαγενών για περισσότερα δικαιώματα, εργατικές διεκδικήσεις για βελτίωση των επιπέδων διαβίωσης, παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική… Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες οι προσπάθειες πολλών κυβερνήσεων να χρησιμοποιήσουν το κράτος σαν μοχλό ανάπτυξης, συνεχώς αποτυγχάνουν.
Η περίοδος αυτή κλείνει με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 1 Απρίλη του 1964. Από τότε και έως το 1985 («anos de chumbo», τα μολυβένια χρόνια όπως ονομάζονται) στην εξουσία εναλλάσσονταν διάφοροι στρατηγοί διορισμένοι απ’ το στρατό. Οι διάφορες χούντες εγκαινιάζουν μια σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική που συνοδεύεται από έναν συνεχώς αυξανόμενο περιορισμό πολιτικών ελευθεριών και αύξηση της καταστολής. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες άρχισαν να αναπτύσσονται πυρήνες αντίστασης, κυρίως γύρω και μέσα στα πανεπιστήμια και τα σχολεία. Εμφανίζονται και αναπτύσσονται πολλές ακροαριστερές ομάδες (δίπλα και σε ανταγωνισμό με το παραδοσιακό ΚΚ), οι οποίες στρατολογούν κυρίως νεολαία. Το 1968 ξέσπασε ένα φοιτητικό κίνημα ενάντια στη χούντα. Παράλληλα, αριστερές οργανώσεις που λειτουργούσαν με τη λογική του αντάρτικου πόλεως, άρχισαν τη δράση τους απαγάγοντας ξένους διπλωμάτες. Το 1969 απήγαγαν στο Ρίο τον Αμερικανό πρέσβη στη Βραζιλία.
Προβλήματα άρχισαν να υπάρχουν ακόμα και μέσα στο σώμα των αξιωματικών, οι οποίοι διαιρέθηκαν μεταξύ αυτών που πρότειναν έναν περιορισμένο και ελεγχόμενο εκδημοκρατισμό και σ’ αυτούς οι οποίοι υποστήριζαν ότι ο στρατός θα πρέπει να έχει τον απόλυτο έλεγχο της πολιτικής κατάστασης. Τελικά οι σκληροπυρηνικοί χουντικοί κατάφεραν να επικρατήσουν και το 1969 ο στρατός διόρισε αρχηγό του κράτους το στρατηγό Emilio Garrastazu Médici, ο οποίος για να χτυπήσει το φοιτητικό κίνημα και τις οργανώσεις των ανταρτών, προχώρησε σε μεγαλύτερο περιορισμό των ελευθεριών και σε αύξηση της καταστολής.
Ο Σαλγάδο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Βραζιλία το 1969 και μαζί με την σύζυγό του Lélia Wanick Salgado – φωτογράφος και αυτή – εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι, όπου μεταξύ των ετών 1969-1971 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα οικονομικά στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Είναι περιττό να αναφερθεί ότι το Παρίσι εκείνης της εποχής εξακολουθούσε να ζει στον απόηχο του Μάη του 68…
Στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες εταιρείες αλλά, όταν προσελήφθη από τον Διεθνή Οργανισμό Καφέ, για να ελέγχει την παραγωγή στην Αφρική, το γεγονός αυτό έμελλε να αλλάξει τη ζωή του. Εκεί στην Υποσαχάρια Αφρική (Sahel), με μια μικρή φωτογραφική μηχανή που του δάνεισε η γυναίκα του έβγαλε τις πρώτες φωτογραφίες, φωτογραφίζοντας τις επιπτώσεις της ξηρασίας. Όταν εμφάνισε το φιλμ αποφάσισε ότι θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία και έτσι το 1973 εγκατέλειψε την καριέρα του οικονομολόγου.
Αρχικά εργάστηκε ως ρεπόρτερ και το 1975 άρχισε να συνεργάζεται με το φωτογραφικό πρακτορείο Sygma που βρίσκεται στο Παρίσι και το Gamma. Αυτό το διάστημα φωτογράφησε μετανάστες εργάτες στην Ευρώπη, ενώ από το 1977 άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του κόσμου για τις, μεγάλης χρονικής διάρκειας εργασίες του, αφιερωμένες σε θεματικές ενότητες.
Το 1979 έγινε μέλος του Magnum Photos (διεθνής συνεργασία φωτογράφων). Εξαιτίας αυτής της συνεργασίας το Magnum σώθηκε από την άσχημη οικονομική κατάσταση που βρίσκονταν τα τελευταία δέκα χρόνια, καθώς ο Σαλγάδο έγινε ξαφνικά διεθνώς αναγνωρισμένος φωτογράφος, φωτογραφίζοντας την απόπειρα δολοφονίας που έγινε εναντίον του προέδρου των ΗΠΑ Ρ. Ρίγκαν. Την περίοδο αυτή ταξίδεψε για να καλύψει τους πολέμους στην Αγκόλα και την Ισπανική Σαχάρα, καθώς και τη συλλήψη των ισραηλινών ομήρων στο Entebbe.
Το 1986 εξέδωσε την πρώτη του μεγάλη φωτογραφική συλλογή, Other Americas. Το έργο αυτό είναι προϊόν μακρόχρονης περιοδείας του Σαλγάδο στη Λατινική Αμερική (ξαναγυρίζοντας και στη Βραζιλία), από το 1977 έως το1984. Με τις φωτογραφίες που παρουσιάζει σ’ αυτό το έργο, ο Σαλγάδο δεν προσπαθεί μόνο να καταγράψει τη φτώχεια και την εξαθλίωση των λατινοαμερικάνων αγροτών – απογόνων των ινδιάνων, αλλά επιδιώκει κυρίως να αφηγηθεί την επιμονή τους στην διατήρηση της κουλτούρας τους και την άκαμπτη αντίστασή τους.
Το 1986 παρουσίασε ακόμα μία μεγάλη συλλογή, το έργο, Sahel: l’homme en détresse, αποτέλεσμα της 15μηνης περιοδείας του στην Υποσαχάρια Αφρική μαζί με το γαλλικό τμήμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν ενάντια στα αποτελέσματα που είχε στους πληθυσμούς, η ξηρασία που έπληττε την περιοχή. Και εδώ η φωτογραφική ματιά του Σαλγάδο κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Δεν προσπαθεί να καταγράψει μόνο την ανθρώπινη οδύνη και δυστυχία, την αγωνία που βιώνουν αβοήθητοι μπροστά στην πείνα, αλλά προσπαθεί να αναδείξει την αξιοπρέπειά τους και το κουράγιο με το οποίο αντιμετωπίζουν τον πόνο.
Τη δουλειά του αυτή συμπλήρωσε δημοσιεύοντας το 1988 τη δεύτερη συλλογή του για τη δυστυχία των ανθρώπων της Υποσαχάριας Αφρικής, Sahel: el fin del camino.
Από το 1990 αρχίζει να εργάζεται μαζί με τη Λέλια για την αποκατάσταση ενός τμήματος του Ατλαντικού δάσους της Βραζιλίας και ίδρυσαν το Ινστιτούτο Terra, το οποίο έχει ως στόχο να προωθήσει την αναδάσωση, την προστασία του δάσους και την περιβαλλοντική ενημέρωση. Η προστασία του περιβάλλοντος θα αποτελέσει για το Σαλγάδο ένα από τα ζητήματα για τα οποία θα δραστηριοποιηθεί τα επόμενα χρόνια και ταυτόχρονα μια ακόμα θεματική ενότητα για τη δουλειά του ως φωτογράφος.
Το 1991 εξέδωσε τη συλλογή φωτογραφιών με τίτλο: An Uncertain Grace, με ένα εισαγωγικό δοκίμιο του Eduardo Galeano. Η συλλογή αποτελείται από τέσσερα μέρη: φωτογραφίες της περιόδου 1974 – 1987, φωτογραφίες από το λιμό στο Σαχέλ του 1984-1985, φωτογραφίες από τη Λατινική Αμερική, 1977-1984 και φωτογραφίες εργατών που έβγαλε το 1986.
Η τελευταία αυτή θεματική ενότητα του έργου θα παρουσιαστεί με πιο ολοκληρωμένο τρόπο στην επόμενη συλλογή του Σαλγάδο.
Το 1993 δημοσίευσε το πιο σημαντικό ίσως έργο του, Workers: An Archaeology of the Industrial Age, στο οποίο συγκέντρωσε φωτογραφίες από τις επισκέψεις του σε 26 χώρες, σε διάστημα έξι χρόνων (1986 και του 1992).
Με αυτές τις φωτογραφίες (και στα δύο παραπάνω έργα) ο Σαλγάδο θέτει ένα διπλό στόχο. Κατ΄ αρχάς καταγράφει και αναδεικνύει όψεις της σύγχρονης εργατικής τάξης σε παγκόσμιο επίπεδο, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση μιας οπτικής παγκόσμιας ταξικής ενότητας. Με το έργο αυτό, το οποίο εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε μια εποχή δηλαδή που είχαν γίνει αρκετά της μόδας «αναλύσεις» περί του τέλους της εργασίας, ο Σαλγάδο δηλώνει με επιθετικό τρόπο, ότι η εργατική τάξη είναι εδώ… Επιχειρεί να τρομοκρατήσει όχι με το φάντασμα, αλλά με πραγματικές εικόνες της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και επέλεξε να ταξιδέψει σε εκείνες τις χώρες και να φωτογραφίσει εκείνες τις μορφές εργασίας, στις οποίες μπορεί να φανεί με τον πιο ανάγλυφο τρόπο η ταξική διαστρωμάτωση του σύγχρονου κόσμου και η κεντρικότητα της εργατικής τάξης στην παραγωγική διαδικασία.
Φωτογράφησε εργάτες που δουλεύουν στη βαριά βιομηχανία των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών. Ταξίδεψε στη Ρωσία και σε άλλες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ για να φωτογραφίσει τους εργάτες που δούλευαν στις βιομηχανίες με τον παλιό τεχνολογικό εξοπλισμό. Και ταξίδεψε στις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής φωτογραφίζοντας τους εργάτες γης και τους εργάτες που δουλεύουν σε τομείς της παραγωγής, χωρίς τεχνολογικό εξοπλισμό.
Σε αυτή την τελευταία ενότητα ανήκουν οι συγκλονιστικές φωτογραφίες (και ίσως οι πιο γνωστές από όλο το έργο του) από τα ορυχεία χρυσού της Serra Pelada στη Βραζιλία (από τη συλλογή, An Uncertain Grace). Στα ορυχεία αυτά εργάζονταν εκείνη την εποχή, υπό την διεύθυνση της στρατιωτικής αστυνομίας, σχεδόν 80.000 εργάτες (ιθαγενείς από τις γύρω περιοχές). Ο Σαλγάδο έκανε την πρώτη έκθεση φωτογραφίας με θέμα τους εργάτες της Serra Pelada το 1986. Σ’ αυτές της φωτογραφίες δεν εικονογραφείται «απλώς» η απάνθρωπη εκμετάλλευση που υφίστανται οι εργάτες των ορυχείων (εμφανής ούτως ή άλλως και σοκαριστική), αλλά η δύναμή τους να αντισταθούν. Η πιο γνωστή ίσως φωτογραφία του έργου του Σαλγάδο, είναι αυτή με την οποία έχει απαθανατίσει (θα μπορούσαμε να πούμε αφηγείται την ιστορία) έναν εργάτη των ορυχείων τη στιγμή που μαλώνει με τον αστυνομικό φρουρό. Ο εργάτης κρατάει το όπλο του αστυνομικού από την κάννη, η οποία σχεδόν ακουμπάει στο στήθος του. Αυτός που έχει όμως παγώσει από φόβο είναι ο φρουρός.
Ο δεύτερος στόχος αυτών των έργων είναι η παρουσίαση των μετασχηματισμών που υφίσταται η εργασία (στα μέσα της δεκαετίας του 80 και στις αρχές της δεκαετίας του 90) και των συνεπειών που επιφέρουν αυτοί οι μετασχηματισμοί στις ζωές των ανθρώπων. Ο Σαλγάδο αναδεικνύει κάποιες πτυχές που σχετίζονται με την εξέλιξη της εργασίας, οι οποίες θα αποτελέσουν αυτόνομες θεματικές ενότητες την επόμενη περίοδο. Η πιο σημαντική από αυτές είναι η καταγραφή των οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων (κυρίως στις αγροτικές περιοχές), που αναγκάζουν τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να αναζητήσουν αλλού δουλειά. Η μετανάστευση, μαζί με τις διαδικασίες αστικοποίησης των αναπτυσσόμενων χωρών και της δημιουργίας γιγαντιαίων πόλεων, θα αποτελέσουν κάποια από τα βασικά ενδιαφέροντα του Σαλγάδο στα επόμενα χρόνια.
Το 1994 έφυγε από το Magnum και μαζί με τη σύζυγο του Λέλια δημιούργησαν το δικό τους φωτογραφικό πρακτορείο, το Amazonas Images στο Παρίσι.
Το 1997 προσθέτει στο έργο του της απεικόνισης της αντίστασης των καταπιεσμένων τη συλλογή, Terra: Struggle of the landless. Εδώ αφηγείται τη σκληρή ζωή των ακτημόνων χωρικών-εργατών γης της Βραζιλίας και τους αγώνες τους (σκληρούς και πολύνεκρους) εναντίον των γαιοκτημόνων και της κυβέρνησης. Μέσα από αυτές τις φωτογραφίες αναδεικνύεται η δύναμη της συλλογικότητας του κινήματος των χωρίς γη. Πρόκειται για ένα πολιτικό μανιφέστο, με το οποίο ο Σαλγάδο παρεμβαίνει μαχητικά στην πολιτική κατάσταση της Βραζιλίας και τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ του αγώνα των αγροτών. Το Terra: Struggle of the landless, είναι μια διεθνής υπεράσπιση και προβολή της οργάνωσης των Βραζιλιάνων ακτημόνων MST (Movimento dos Trabalhadores Rurais Sem Terra).
Το 2000 πραγματοποιεί μια μνημειώδη καταγραφή της σύγχρονης μετανάστευσης με την έκδοση δύο συλλογών φωτογραφιών του, τη συλλογή, Migrations, και τη συλλογή, The Children: Refugees and Migrants. Τα δύο αυτά έργα, στα οποία συγκεντρώνεται η δουλειά από την περιπλάνηση του Σαλγάδο σε 41 χώρες, ακολουθώντας τους δρόμους των πληθυσμών που μεταναστεύουν, αποτελούν το συμπλήρωμα της συλλογής του Workers: An Archaeology of the Industrial Age. Ο Σαλγάδο θα ασχοληθεί όλη τη δεκαετία του 2000 με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, ακολουθώντας τους στις μετακινήσεις τους, ζώντας μαζί τους στους προσφυγικούς καταυλισμούς, περνώντας μαζί τους τα σύνορα και προσπαθώντας να εξηγήσει στον υπόλοιπο κόσμο τις αιτίες που αναγκάζουν κάποιους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τον τόπο τους για χτίσουν αλλού μια καλύτερη ζωή. Τις εξηγήσεις αυτές προσπαθεί να αφηγηθεί στις φωτογραφίες του. Επιδιώκει να μετατρέψει τη φωτογραφική μηχανή, όπως λέει, σε ένα μικρόφωνο με το οποίο ο μετανάστης και ο πρόσφυγας θα κάνουν γνωστά στον κόσμο τα προβλήματά τους και τις αιτίες που τα προκαλούν. Αλλά όπως και στην υπόλοιπη δουλειά του, δεν ενδιαφέρεται να δείξει μόνο την δυστυχία αυτών των ανθρώπων. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που φωτογραφίζει, είναι για το Σαλγάδο άνθρωποι που πρώτα απ’ όλα αξίζουν σεβασμό, ακόμα και θαυμασμό, για τον αγώνα που κάνουν να ξεπεράσουν τις πιο δύσκολες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί κάποιος και για τη δυνατότητά τους να προσαρμόζονται δημιουργικά σε ακραίες καταστάσεις και να ξαναρχίζουν τη ρημαγμένη τους ζωή από την αρχή. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί με τη φωτογραφική του μηχανή να καταγράψει τις μετακινήσεις πληθυσμών και αυτό αποτυπώνεται και στο έργο του.
Ο Σαλγάδο από τη δεκαετία ήδη του 90 φωτογραφίζοντας τους πολέμους στα Βαλκάνια και την Αφρική (όπου και φωτογράφησε τις φρικαλεότητες της εθνοκάθαρσης στη Ρουάντα), ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα να καταγράψει το τι γίνεται με αυτούς που αναγκάζονται να φύγουν για να γλιτώσουν από τους πολέμους. Οι φωτογραφίες του από τα προσφυγικά στρατόπεδα αυτών των περιοχών είναι από τις πιο συγκλονιστικές.
Τα παιδιά έχουν τραβήξει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του. Η μισή του σχεδόν δουλειά για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες αφορά τα παιδιά (δεύτερη συλλογή φωτογραφιών, The Children: Refugees and Migrants). Στις φωτογραφίες του οι εικόνες των παιδιών εκφράζουν μάλλον με τον πιο δυνατό τρόπο την ελπίδα και το πείσμα για αγώνα, το πείσμα να μην υποκύψουν στη δυστυχία. Γι’ αυτό και με τα παιδιά ο Σαλγάδο έκανε κυρίως πορτραίτα (πρόκειται για τα πιο ωραία πορτραίτα της δουλειάς του). Με το πορτραίτο, την απεικόνιση του εκφραστικού προσώπου ενός παιδιού που κοιτάει το φακό συνήθως με αυθάδεια, μπορεί να αποδώσει με πιο δυναμικό τρόπο την αίσθηση της ελπίδας και της πεισματικής αντοχής, που ενδιαφέρεται να αναδεικνύεται από το έργο του.
Το ενδιαφέρον του Σαλγάδο για τα παιδιά που βιώνουν καταστάσεις ακραίας δυστυχίας, δεν περιορίστηκε μόνο στα παιδιά πρόσφυγες και μετανάστες. Από το 2000 στηρίζει την εκστρατεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την εξάλειψη της παιδικής πολιομυελίτιδας και έχει επισκεφτεί για το σκοπό αυτό πολλές χώρες (τη Σομαλία, το Σουδάν, την Ινδία, το Κονγκό, το Πακιστάν κτλ), φωτογραφίζοντας αυτή την καμπάνια. Όμως σε όλα τα έργα του, με όποιο θέμα και αν ασχολείται, ενδιαφέρεται να καταγράψει και να αφηγηθεί, ποιες είναι οι επιπτώσεις της κοινωνικής αδικίας στις ζωές των παιδιών.
Το 2000 πραγματοποίησε ταυτόχρονα σε τέσσερις διαφορετικές πόλεις του κόσμου την έκθεση με τίτλο «Exodus» (οι φωτογραφίες της οποίας εκδόθηκε σε συλλογή με τον ίδιο τίτλο). Στη συλλογή υπάρχουν περισσότερες από 300 φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν στο διάστημα μεταξύ του 1994 και του 1999. Μ’ αυτή τη δουλειά επιχείρησε να εμβαθύνει περισσότερο στις αιτίες της μετανάστευσης που συμβαίνει σε όλο τον κόσμο, και των επιπτώσεων που επιφέρουν οι μετακινήσεις πληθυσμών.
Το Σεπτέμβριο του 2007 παρουσίασε στη Βραζιλιάνικη πρεσβεία στο Λονδίνο μια έκθεση φωτογραφιών με εργάτες και εργάτριες που δουλεύουν σε όλους τους τομείς της διαδικασίας παραγωγής του καφέ από την καλλιέργεια και τη συγκομιδή του, μέχρι τη μεταφορά και την βιομηχανική επεξεργασία του, σε όλο τον κόσμο (Ινδία, Γουατεμάλα, Αιθιοπία, Βραζιλία κτλ). Με τις φωτογραφίες αυτές ο Σαλγάδο προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους των αναπτυγμένων χωρών για τις συνθήκες εργασίας, κάτω από τις οποίες παράγεται ο καφές.
Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και τη συλλογή Afrika, με εικόνες από τη ζωή στις αγροτικές κυρίως περιοχές της Αφρικής. Η Αφρική είναι στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του Σαλγάδο. Από εκεί προέρχονται οι πρώτες του φωτογραφίες καθώς και οι πρώτες του συλλογές (τα δύο άλμπουμ, Sahel), έχει κάνει πάρα πολλές εκθέσεις για την Αφρική, έχει δραστηριοποιηθεί μαζί με διεθνείς οργανώσεις για τα προβλήματα των ανθρώπων εκεί και έχει καλύψει τους πολέμους της δεκαετίας του 90. Οι πληθυσμοί της Αφρικής έχουν ίσως υποστεί τις πιο τραγικές συνέπειες των παγκόσμιων οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων και αυτές τις συνέπειες προσπαθεί ο Σαλγάδο να καταστήσει γνωστές σε όλο τον κόσμο, επιδιώκοντας τη συνειδητοποίηση και την κινητοποίηση των ανθρώπων του ανεπτυγμένου κόσμου. Από τη δουλειά του στην Αφρική προέρχονται οι πιο σοκαριστικές φωτογραφίες του: σκελετωμένοι άνθρωποι (και κυρίως παιδιά), νεκροί από πείνα και από αρρώστιες (συγκλονιστικές εικόνες γονιών που κρατάνε τα νεκρά παιδιά τους), εικόνες φρίκης από τη Ρουάντα, με τις μπουλντόζες να θάβουν στοίβες από πτώματα ανθρώπων, εικόνες προσφυγιάς, μετανάστευσης και απάνθρωπων συνθηκών εργασίας, εικόνες εθνικιστικής βίας… Όμως ο Σαλγάδο μέσα από τη δουλειά του για την Αφρική προσπαθεί να αναδείξει και μια άλλη πτυχή, που υπάρχει σε όλο του το έργο και σιγά-σιγά αρχίζει να παίζει έναν όλο και πιο κεντρικό ρόλο. Αυτό που πάντοτε τον ενδιαφέρει να καταγράψει και να ιστορήσει μέσα από τις φωτογραφίες του, είτε βρίσκεται στη Λατινική Αμερική, είτε σε χώρες της Ασίας, είτε στην Αφρική, είναι το στοιχείο της αξιοπρέπειας και της αντίστασης. Επίσης όμως και το στοιχείο της επιμονής όλων αυτών των ανθρώπων, στη διατήρηση των ιδιαίτερων πολιτισμικών τους παραδόσεων. Στο συνολικό του έργο για την Αφρική, οι εικόνες αυτές είναι από τις πιο όμορφες. Ο Σαλγάδο φωτογράφισε αυτούς τους ανθρώπους – φυλές και χωριά που διατηρούν ακόμα έντονα στοιχεία από το προκαπιταλιστικό τους παρελθόν – όχι για να απαθανατίσει την φολκλορική όψη της Αφρικής, ή για να διασώσει πλευρές του πολιτισμού της ανθρωπότητας που χάνονται, αλλά για να ισχυριστεί (όπως και το ισχυρίζεται σαφώς στις συνεντεύξεις του), ότι ο δυτικός κόσμος θα πρέπει να πάρει υπόψιν του αυτές τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης, ανθρώπινης συμβίωσης και εκμετάλλευσης του φυσικού περιβάλλοντος, προκειμένου να συγκροτήσει μια απάντηση για τα σοβαρά προβλήματα που είναι κοινά σε όλο τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό προσπαθεί οι φωτογραφίες του να γίνονται το μέσο μιας δημοκρατικής επικοινωνίας όσων ζουν στις αναπτυγμένες χώρες, με τους ανθρώπους οι οποίοι διατηρώντας ακόμα έναν τρόπο ζωής πολύ διαφορετικό, μπορούν να προτείνουν λύσεις για τα παγκόσμια προβλήματα. Για το Σαλγάδο οι κοινωνίες αυτές μπορούν να προσφέρουν τα στοιχεία μιας απάντησης στο ζήτημα της συνεχιζόμενης ανάπτυξης ενός επιθετικού ατομικισμού, που διαλύει κάθε αίσθηση ευθύνης και συλλογικής αντίληψης. Επίσης όμως, μπορούν να προτείνουν και τρόπους εκμετάλλευσης του φυσικού περιβάλλοντος που δεν θα είναι ληστρικός και καταστροφικός.
Ο Σαλγάδο έχει δραστηριοποιηθεί έντονα ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή απ’ την αρχή σχεδόν της σταδιοδρομίας του ως φωτογράφος. Φωτογραφίζοντας τους ανθρώπους των αναπτυσσόμενων χωρών, τις αγροτικές περιοχές, όπου οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανακατατάξεις οδηγούσαν σε μεγαλύτερη εξαθλίωση τμήματα των πληθυσμών και εξανάγκαζε άλλα να πάρουν το δρόμο της μετανάστευσης, ή φωτογραφίζοντας τους τόπους τελικού προορισμού, ή προσωρινής συγκέντρωσης αυτών των ανθρώπων – τις πόλεις των αναπτυσσόμενων χωρών, οι οποίες ξαφνικά τριπλασίαζαν ή τετραπλασίαζαν τον πληθυσμό τους, κάτω από συνθήκες που τις καθιστούν μη κατοικήσιμες – βιώσιμες, ο Σαλγάδο συνειδητοποιούσε ότι κάποιες από τις αιτίες της φτώχειας συνδέονται με τον τρόπο που οργανώνεται στο σύγχρονο κόσμο η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη και η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Στην Αφρική ο παράγοντας αυτός είναι από τους πιο καθοριστικούς για τις συνθήκες εξαθλίωσης που επικρατούν. Στη Λατινική Αμερική το ίδιο. Ο Σαλγάδο, μαζί με τη Λέλια έχουν εστιάσει από το 1990 το ενδιαφέρον τους και τις προσπάθειές τους στην ιδιαίτερη πατρίδα τους τη Βραζιλία. Στη Βραζιλία ανήκουν τεράστιες εκτάσεις τροπικού δάσους, από τις οποίες καθημερινά καταστρέφεται ένα πολύ μεγάλο κομμάτι. Για το Σαλγάδο η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος στη Βραζιλία συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται στη βραζιλιάνικη ύπαιθρο και έχουν έχουν αντίκτυπο σε όλο το κόσμο. Το σύστημα της μονοκαλλιέργειας έχει εκτοπίσει ένα τεράστιο κομμάτι παραδοσιακών αγροτικών πληθυσμών, αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν τη γη τους και να συρρεύσουν στις πόλεις, γιγαντώνοντάς τες και εντείνοντας τα προβλήματα των συνθηκών διαβίωσης. Ένα άλλο κομμάτι παραδοσιακών αγροτών έχει μετατραπεί σε εργάτες γης που εργάζονται στις μεγάλες μονοκαλλιέργειες με συμβάσεις μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου. Τα τροπικά δάση αποψιλώνονται συστηματικά για να δημιουργηθούν μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιέργειας. Η διαδικασία αυτή έχει συνέπειες που υπερβαίνουν τη Βραζιλία. Για παράδειγμα, αναφέρει ο Σαλγάδο, η Βραζιλία «έχει καταστεί ο μεγαλύτερος παραγωγός των πορτοκαλιών που πωλούνται στην αγορά των ΗΠΑ και η παραγωγή της έχει αντικαταστήσει εν μέρει την παραγωγή της πολιτείας της Φλόριντα…» Πρόκειται για μια καταστροφή που δεν αφορά απλώς τη «φύση» (ως κάτι διαφορετικό από τις ανθρώπινες κοινωνίες) αλλά τους ανθρώπους εκείνους των οποίων οι συνθήκες επιβίωσης σχετίζονται με την διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος: «…λόγω της αποψίλωσης των δασών, της υλοτομίας και των εξαγωγών ξυλείας, των αγροκτημάτων βοοειδών και των εξορυκτικών δραστηριοτήτων καταστρέφουμε τα δάση μας και, ως εκ τούτου, ο ινδιάνικος πολιτισμός, καθώς και οι Ινδιάνοι πεθαίνουν.»
Ο Σαλγάδο μαζί με τη Λέλια δούλεψαν από το 1990 για την αποκατάσταση ενός μικρού τμήματος του τροπικού δάσους στη Βραζιλία. Το 1998 ίδρυσαν μαζί και με άλλους το Ινστιτούτο Terra, για την αποκατάσταση και την προστασία του τροπικού δάσους. Όπως αναφέρει σε συνέντευξή του, έχουν φυτευτεί 5,1 εκατομμύρια δέντρα, ενώ προσπαθούν να χρηματοδοτήσουν την δημιουργία ενός σχολείου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για εκπαιδευτικούς, αγρότες και μηχανικούς αγροτικών περιοχών.
Φυσικά το ενδιαφέρον του Σαλγάδο για την προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί και μια από τις θεματικές για τις οποίες εργάζεται συστηματικά ως φωτογράφος. Το 2004 ξεκίνησε το έργο που ονομάζει, «Genesis», το οποίο θα μπορούσαμε να χωρίσουμε (ίσως κάπως αυθαίρετα) σε δύο ενότητες, οπωσδήποτε άμεσα σχετιζόμενες μεταξύ τους: η μία ενότητα αποτελείται από φωτογραφίες του φυσικού περιβάλλοντος, σε μία κατάσταση, όπου δεν υπάρχει ακόμα (τουλάχιστον δεν είναι ορατή) η ανθρώπινη παρέμβαση. Πρόκειται για πανέμορφες εικόνες από τροπικά δάση, βουνά, παγετώνες, ερήμους, λίμνες, αλλά και εικόνες άγριων ζώων. Ο Σαλγάδο ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για να καταγράψει την ομορφιά της άγριας ζωής που απειλείται άμεσα: στα τροπικά δάση της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας, στα νησιά Γκαλαπάγκος (από τα οποία ο Δαρβίνος άρχισε την επιστημονική εξιστόρηση της ιστορίας του ανθρώπινου είδους, ως κάτι δομικά όμοιου με τα άλλα είδη του πλανήτη), στην Παταγονία, την Αρκτική και την Ανταρκτική… Με τις εικόνες των τοπίων ο Σαλγάδο προσπαθεί να μεταδώσει το στοιχείο της γαλήνης και της ψυχικής ευφορίας που μπορεί να προσφέρει η φύση. Και ταυτόχρονα να αναδείξει το φυσικό περιβάλλον ως ένα δυναμικό και ενεργητικό πεδίο (εν αντιθέσει με τις αντιλήψεις του φυσικού περιβάλλοντος ως παθητικού πεδίου εκμετάλλευσης). Μέσα από τις φωτογραφίες των ζώων τονίζεται η ενότητα της ζωής στον πλανήτη. Γι’ αυτό και οι συγκεκριμένες φωτογραφίες έχουν αρκετές ομοιότητες, όσον αφορά στην οπτική του φωτογράφου, με αυτές των ανθρώπων, ακόμα και με τις φωτογραφίες πορτρέτων. Συχνά το ζώο που βλέπουμε σε μια φωτογραφία του Σαλγάδο είναι μια ιδιαίτερη, θα λέγαμε ατομική ύπαρξη, που κατά κάποιον τρόπο, μέσω της φωτογραφίας επικοινωνεί με τους ανθρώπους, καθιστώντας γνωστή την ιδιαίτερη κατάστασή του.
Η δεύτερη ενότητα της δουλειάς «Genesis», αποτελείται από φωτογραφίες ιθαγενών πληθυσμών που εξακολουθούν να ζουν σε προκαπιταλιστικές συνθήκες. Ο Σαλγάδο έχει ενδιαφερθεί σε όλο του το έργο να αναδείξει τα προβλήματα των ιθαγενών πληθυσμών σε όλο το κόσμο. Είτε πρόκειται για το έργο του Workers, είτε για το Terra: Struggle of the landless, είτε για τα έργα του για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ή για την Αφρική, πάντοτε υπάρχει επιμονή στην καταγραφή της κατάστασης των ιθαγενών πληθυσμών, της καταπίεσης που βιώνουν, αλλά και της αντίστασής τους και της επιμονής τους στις πολιτισμικές τους παραδόσεις. Με το πρόγραμμα «Genesis» ο Σαλγάδο προχωράει ακόμα πιο πέρα. Σε αυτό το έργο οι ιθαγενείς πληθυσμοί (κυρίως της πατρίδας του της Βραζιλίας, αλλά και ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας και της Ωκεανίας) δεν εμφανίζονται πια καθόλου σαν θύματα εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει γιατί ο Σαλγάδο υποτιμάει αυτό το ζήτημα, κάθε άλλο μάλιστα, η δραστηριότητά του σε σχέση με την προστασία των τροπικών δασών αφορά κυρίως το ζήτημα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων αυτών των πληθυσμών. Αυτό που ενδιαφέρει το Σαλγάδο σε αυτό το έργο, είναι να παρουσιάσει με έναν θετικό τρόπο, εικόνες μιας επιτυχημένης διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και ανθρώπινης συνύπαρξης. Γι’ αυτό και δεν φωτογραφίζει πια τους απογόνους των ιθαγενών που έχουν γίνει εργάτες γης ή έχουν μεταναστεύσει στις πόλεις, αλλά αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν πιο κοντά σε μια εποχή που προηγήθηκε της κατάκτησής τους από την Ευρώπη. Μέσα από αυτές τις φωτογραφίες αναδεικνύεται ίσως η πιο αισιόδοξη οπτική σε ολόκληρο το έργο του. Οι άνθρωποι αυτοί είναι χαρούμενοι, είναι ξένοιαστοι και παν’ απ’ όλα είναι πολύ ωραίοι. Η ύπαρξη τους μέσα στις φωτογραφίες του Σαλγάδο βεβαιώνει μια ομορφιά της ζωής που μπορούμε να επιτύχουμε ως αποτέλεσμα της προσπάθειας να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο.
Με αυτές τις φωτογραφίες ο Σαλγάδο πραγματοποιεί μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση, όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ του εικονιζόμενου προσώπου και του κοινού στο οποίο απευθύνεται η φωτογραφία. Στα άλλα έργα του η φωτογραφική μηχανή παίζει το ρόλο ενός μικροφώνου (όπως λέει ο ίδιος Σαλγάδο) και ταυτόχρονα συσκευής αυτόματης μετάφρασης, με τα οποίο ο εικονιζόμενος καταφέρνει να μιλήσει. Εάν δεν υπήρχε η φωτογραφική μηχανή το πρόσωπο θα ήταν βουβό, η γλώσσα του θα ήταν κενή από περιεχόμενο, δεν θα υπήρχε καν. Εδώ στις εικόνες των ιθαγενών υπάρχει κάτι διαφορετικό: η φωτογραφία μας παρουσιάζει μία γλώσσα την οποία θα πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε και να κατανοήσουμε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, το γεγονός ότι αυτό που κυρίως καταγράφεται μέσα από αυτές τις φωτογραφίες είναι οι διάφορες τελετουργικές μορφές έκφρασης και επικοινωνίας αυτών των ανθρώπων. Τελετουργικοί χοροί και παιγνίδια, τελετουργικές βαφές και στολισμοί του σώματος και του προσώπου, τελετουργικές μάσκες, τελετουργικές χειρονομίες… Η τελετουργία των ιθαγενών είναι μια γλώσσα την οποία εμείς θα πρέπει να μάθουμε. Εδώ πια δεν είναι οι ιθαγενείς τα θύματα που χρειάζονται την βοήθειά μας και γι’ αυτό η γλώσσα τους μεταφράζεται αυτόματα από τον φωτογράφο, προκειμένου να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την δυστυχία τους. Εδώ τα θύματα είναι αυτοί στους οποίους απευθύνεται η φωτογραφία ενώ ο λόγος των εικονιζόμενων κρύβεται κάτω από τους τελετουργικούς κώδικες που αναπαριστά ο Σαλγάδο. Για να σωθούμε θα πρέπει να μάθουμε να διαβάζουμε τα σήματα που μας στέλνει, μέσα από τις φωτογραφίες του Σαλγάδο, ένας κόσμος στα πρόθυρα της βιολογικής εξαφάνισης.
Ίσως σ’ αυτό το έργο αναδεικνύεται περισσότερο η ικανότητα του Σαλγάδο ως καλλιτέχνη. Αυτή την πλευρά της δουλειάς του, την αισθητική-καλλιτεχνική ποιότητα του έργου του, ο Σαλγάδο πάντοτε επιμένει να υποβαθμίζει. Όπως λέει, δεν θέλει το ενδιαφέρον του θεατή να επικεντρώνεται στη μελέτη της διαβάθμισης των αποχρώσεων του άσπρου μαύρου, αλλά να προβληματίζεται πάνω σε αυτό που αφηγείται η φωτογραφία, ή αυτοί που εικονίζονται στις φωτογραφίες του. Όμως οι φωτογραφίες του είναι πάντοτε αποτελέσματα μιας πολύ προσεκτικής παρατήρησης των φωτοσκιάσεων, των όγκων και των σχημάτων. Και έχει κατηγορηθεί ακριβώς γι’ αυτό, ότι δηλαδή δημιουργεί ωραίες εικόνες της ανθρώπινης δυστυχίας. Όμως η καλλιτεχνική ποιότητα αποτελεί για το Σαλγάδο ένα από τα εκφραστικά μέσα με τα οποία συγκροτείται η ποιότητα της αφήγησης η οποία παρουσιάζεται μέσα απ΄ τις εικόνες που δημιουργεί. Αφιερώνει πολύ προσπάθεια για να είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς του καλλιτεχνικά άρτιο, επειδή η δυναμική και η πειστικότητα της εικόνα εξαρτάται από την καλλιτεχνική της δυναμική. Η επιμονή του Σαλγάδο στο ασπρόμαυρο δεν προέρχεται από έναν εκκεντρικό φορμαλισμό. Το ασπρόμαυρο του δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια πραγματικότητα σε όλη της την τραγική ένταση, να επιλέξει και να αναδείξει εκείνα τα στοιχεία που θεωρεί ότι αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά της ιστορίας που αφηγείται, να φωτίσει κάτω και πίσω από την επιφάνεια του άμεσα ορατού.
Κάθε φωτογραφία του Σαλγάδο συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας δουλειάς που κάνει για πολύ καιρό, συχνά για χρόνια. Ο Σαλγάδο ζει για πολύ καιρό μαζί με τους ανθρώπους που φωτογραφίζει (στα εργοτάξια και στα χωράφια, στα στρατόπεδα προσφύγων και στους δρόμους της μετανάστευσης, στα χωριά των ιθαγενών…), γνωρίζεται μαζί τους, συζητάει και ακούει τις ιστορίες τους. Μόνο αφού γνωριστεί μαζί τους καλά και τους εξηγήσει για τη δουλειά του, αρχίζει να τους φωτογραφίζει, επιδιώκοντας πάντοτε να το κάνει με τη συναίνεσή τους. Τότε όπως λέει, συνήθως είναι οι ίδιοι που πηγαίνουν και του ζητάνε να τους φωτογραφήσει, επειδή έχουν πειστεί ότι η ιστορία τους και το πρόβλημά τους πρέπει να γίνουν γνωστά. Σχεδόν κάθε φωτογραφία του Σαλγάδο στηρίζεται σε μια ιστορία που τα πρόσωπα έχουν αφηγηθεί στο φωτογράφο. Και αυτό ισχύει ακόμα και για τις πιο τραγικές φωτογραφίες που έχει τραβήξει, για παράδειγμα αυτές από τα στρατόπεδα προσφύγων της Αφρικής, που δείχνουν σκελετωμένους ανθρώπους δίπλα στα παιδιά τους τα οποία έχουν πεθάνει από πείνα. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, υποστηρίζει ο Σαλγάδο, αυτοί οι άνθρωποι δέχτηκαν οι ίδιοι να φωτογραφηθούν. Με αυτό το τρόπο καταφέρνει να κάνει τους ανθρώπους που φωτογραφίζει αφηγητές της ιστορίας τους. Δεν τον ενδιαφέρει να συλλάβει μια δραστηριότητα, μια σκηνή, μία κίνηση στην υποτιθέμενη φυσικότητα που προϋποθέτει την άγνοια αυτού που φωτογραφίζεται (όπως λέει, δεν ενδιαφέρεται να φωτογραφίζει φαντάσματα). Ο Σαλγάδο θεωρεί τις φωτογραφίες του προϊόντα συνεργασίας με τους ανθρώπους που φωτογραφίζει. Μαζί δουλεύουν για πολύ καιρό για να αναπαραστήσουν την ιστορία τους. Ο ίδιος συχνά χαρακτηρίζει τις φωτογραφίες του «αναπαραστάσεις» και δεν πρόκειται για σχήμα λόγου. Υπάρχει έντονα μια δραματική (με την έννοια του θεατρικού) διάσταση στο έργο του. Στήνει θα λέγαμε ένα σκηνικό, με σενάριο, πρωταγωνιστές και ρόλους και αυτό είναι που καταγράφει με τη φωτογραφική του μηχανή. Δέστε για παράδειγμα τις φωτογραφίες από τη Serra Pelada. Οι εργάτες ξέρουν ότι τους φωτογραφίζει, συχνά στήνονται ένας – ένας για να φωτογραφηθούν και κοιτάνε τη μηχανή κατάματα, ακόμα κατά τη διάρκεια της δουλειάς, όταν είναι φορτωμένοι και σκαρφαλώνουν στις απότομες πλαγιές του ορυχείου. Μια από αυτές τις φωτογραφίες παρουσιάζει κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από αυτή την άποψη. Δύο όρθιοι εργάτες φορτωμένοι, περιμένουν να ανέβουν τη σκάλα. Και οι δυο κοιτάνε κατάματα το φωτογράφο, αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ο τρόπος με τον οποίο έχουν σταθεί-στηθεί οι ίδιοι και όλοι οι υπόλοιποι εργάτες δίπλα τους και πίσω τους. Μια τέτοια αναγεννησιακού τύπου γεωμετρική τοποθέτηση των σωμάτων όλων αυτών των ανθρώπων δεν θα μπορούσε να προέλθει μέσα από μια τυχαία λήψη. Αν χωρίζαμε τη φωτογραφία κάθετα στη μέση, το αριστερό μισό της θα ήταν σχεδόν η κατοπτρική αντανάκλαση του δεξιού μισού της.
Έχει επίσης κατηγορηθεί, ότι δεν αποστασιοποιείται από το θέμα του όσο χρειάζεται για να μπορεί να είναι αντικειμενικός. Και πραγματικά, από αυτή την άποψη οι φωτογραφίες του δεν είναι αντικειμενικές περιγραφές μιας κενής και ουδέτερης πραγματικότητας. Ο Σαλγάδο δεν παρουσιάζει «όλες τις απόψεις», κάθε άλλο μάλιστα, το έργο του είναι απόλυτα στρατευμένο και τοποθετημένο σε μία μόνο πλευρά, στην πλευρά των αδικημένων. Στην πραγματικότητα ο Σαλγάδο καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει τρόπος να μιλήσεις αντικειμενικά για την αδικία και την καταπίεση παρά μόνο από την πλευρά των αδικημένων και των καταπιεσμένων και γι’ αυτό και οι φωτογραφίες του αποτελούν μια ουσιαστική περιγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας. Και επίσης δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να δει κανείς τις φωτογραφίες του Σαλγάδο, παρά μόνο παίρνοντας θέση απέναντι σ’ αυτό που βλέπει, όχι την οποιαδήποτε θέση, αλλά στο πλευρό αυτών που υποφέρουν και αντιστέκονται.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ματιά του είναι περισσότερο πολιτική παρά ανθρωπιστική. Γι’ αυτό και περισσότερο από τη δυστυχία και τον πόνο, ή δίπλα στη δυστυχία και τον πόνο, επιδιώκει πάντοτε να αναδεικνύει το στοιχείο της αξιοπρέπειας, της αντοχής και της αντίστασης. Εξάλλου είναι σε αυτά που «ποντάρει» και ο ίδιος πολιτικά. Όπως δηλώνει, μέσα από τη δουλειά του, ερχόμενος σε επαφή με ανθρώπους οι οποίοι βίωναν τις πιο τραγικές καταστάσεις, άρχισε να αλλάζει τις απόψεις που είχε για τον κόσμο: «Αισθανόμουν ότι οι πολιτικές μου πεποιθήσεις μου πρόσφεραν απαντήσεις σε πολλά προβλήματα. Πίστευα πραγματικά ότι η ανθρωπότητα εξελίσσεται προς μια θετική κατεύθυνση». Αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η εξέλιξη της ανθρωπότητας μπορεί να είναι και προς την αντίθετη κατεύθυνση, της καταστροφής και της βαρβαρότητας. Οι άνθρωποι που φωτογραφίζει και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστά την ιστορία τους, αποτελούν για το Σαλγάδο τα παραδείγματα που δείχνουν ότι μπορούμε να κατευθύνουμε την εξέλιξη προς μια θετική προοπτική.
Ο Σαλγάδο δεν είναι ένας φωτορεπόρτερ, αν και τη δουλειά που έχει κάνει φωτογραφίζοντας για τρεις δεκαετίες τα πιο σημαντικά γεγονότα, θα τη ζήλευαν πολλοί δημοσιογράφοι. Δεν είναι επίσης καλλιτέχνης φωτογράφος – ο ίδιος θα απέρριπτε έντονα έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, παρά την αισθητική αρτιότητα του έργου του. Αυτό που κάνει, τον καθιστά περισσότερο ένα ακτιβιστή που παλεύει ενάντια στην κοινωνική αδικία σε όλο το κόσμο, χρησιμοποιώντας την φωτογραφική του μηχανή και την καλλιτεχνική του ικανότητα. Όπως λέει, προσπαθεί με τις φωτογραφίες του να κάνει γνωστά τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού. Γι’ αυτό και η δράση του ποτέ δεν περιορίστηκε μόνο στη φωτογράφιση. Συνεργάζεται με πολλές διεθνής ανθρωπιστικές οργανώσεις (με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα στους οποίους έχει δωρίσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του έργου του, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, τη Διεθνής Αμνηστία και τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα) και μαζί με τη γυναίκα του δραστηριοποιούνται για την αναδάσωση και την προστασία των τροπικών δασών. Επίσης είναι πρέσβης Καλής Θελήσεως της UNICEF. Θα μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς την αποτελεσματικότητα, ακόμα και το ρόλο που παίζουν αυτές οι διεθνής ΜΚΟ και θα μπορούσαμε επίσης να πούμε πολλά για τις πολιτικές απόψεις του ίδιου του Σαλγάδο, αλλά δεν είναι αυτό που έχει σημασία για να καταλάβουμε το έργο του. Οι προσωπικές του πολιτικές επιλογές (η συνεργασία του με τις οργανώσεις αυτές), δείχνουν έναν καλλιτέχνη, ο οποίος δεν μένει ικανοποιημένος μόνο με το έργο του και προσπαθεί να περνάει πάντοτε σε πιο συγκεκριμένες μορφές δράσης. Και αυτή η απαίτηση να παίρνει κανείς ενεργά μέρος ενάντια στην αδικία, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της δουλειάς του, που δεν καθορίζεται από το βαθμό συνεργασίας του με τις διάφορες διεθνείς ΜΚΟ, αλλά από την καλλιτεχνική ειλικρίνεια και την πολιτική τιμιότητα του καλλιτέχνη.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι οι φωτογραφίες του Σαλγάδο είναι πολιτικά εργαλεία. Το σύνολο του έργου του εικονογραφεί τη θεματολογία ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού κινήματος: καταπίεση της εργατικής τάξης, ανεργία, μετανάστευση και προσφυγιά, γυναίκες σε απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, εξαθλιωμένα και υποσιτιζόμενα παιδιά, καταπίεση μειονοτήτων, φτώχεια των αναπτυσσόμενων χωρών, καταστροφή του περιβάλλοντος, πόλεμοι… Για το Σαλγάδο όλα αυτά τα ζητήματα δεν είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Οι φωτογραφίες του αποτελούν επίσης μια παρουσίαση των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ όλων αυτών, αλλά περισσότερο κι απ’ αυτό, οι φωτογραφίες του βεβαιώνουν για τη δυνατότητα να στρέψουμε την εξέλιξη της ανθρωπότητας προς την σωστή κατεύθυνση.
Το αφιέρωμα στο Σαλγάδο περιλαμβάνει ένα slide show φωτογραφιών του, επενδυμένο μουσικά με τρεις διαφορετικές εκτελέσεις του τραγουδιού «Construção», του αριστερού Βραζιλιάνου στιχουργού και μουσικοσυνθέτη Chico Buarque. Επίσης ένα φάκελο με πολύ περισσότερες φωτογραφίες, από διάφορες συλλογές του. Μαζέψαμε αυτές τις φωτογραφίες από πάρα πολλά sites και blogs (δίνονται τα πιο σημαντικά) και πολλές από αυτές δεν είναι καλής ποιότητας. Εντούτοις τις αφήσαμε για να μπορεί κανείς να σχηματίσει μια όσο το δυνατόν πιο συνολική εικόνα για το έργο του Σαλγάδο. Οι φωτογραφίες του Salgado βρίσκονται στο ακόλουθο αρχείο που μπορείτε να κατεβάσετε:
http://www.archive.org/download/Salgado/SebastioSalgado.zip
Κώστας Κ.
Πηγές:
1-http://www.madeinphoto.fr/
2-http://photography-now.net/listings/index.phpoption=com_content&task=view&id=375&Itemid=334
3- http://taringa.net/posts/imagenes/2723219/bolivia,-vista-por-dos-fotografos.html
4- :http://taringa.net/posts/imagenes/2365542/Fotografias-de-Sebastiao-Salgado.html
5- http://taringa.net/posts/imagenes/2443327/fotografias-de-sebastiao-salgado-ll.html
6-http://http://taringa.net/posts/imagenes/2565623/galeria-de-grandes-maestros-de-la-fotografia,todos-los-links.html
7- http://www.medios.org.ar/?p=50
8- http://muzderauli.wordpress.com/2009/07/30/sebastiao-salgado/
9- http://www.amazonasimages.com/accueil
10- http://muzderauli.wordpress.com/2009/07/30/sebastiao-salgado/,
11- http://karakaregokyuzu.blogspot.com/search/label/Sebastia%20Salgado,
12- http://deboradamato.blogspot.com/2007/04/exodos-la-lucha-por-la-tierra.html,
13- http://www.lensculture.com/salgado.html
Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010
Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010
συνέντευξη του Αουγκούστο Μποάλ στο Βήμα
Αουγκούστο Μπόαλ
Spect-actors όλων των χωρών, ενωθείτε!
Καταπίεση είναι όταν ο ένας από τους δύο συνομιλητές χάνει τη δύναμή του, δεν μιλάει και πρέπει μόνο να ακούει
Ο δημιουργός παραστάσεων γι' αυτούς που έχουν ανάγκη να βρουν και να διεκδικήσουν το δίκιο τους ήλθε στην Ελλάδα για ένα σεμινάριο και με την ευκαιρία αυτή μίλησε στο «Βήμα»
Μέσα στο λεωφορείο μια κοπέλα στέκεται κοντά στην πόρτα. Ενας άνδρας κολλάει επάνω της. Η κοπέλα αντιδρά έντονα αλλά κανένας από τους επιβάτες δεν παίρνει θέση. Στην επόμενη στάση ανεβαίνει ένα ωραίο αγόρι. Μια γυναίκα τού ζητεί επίμονα να τον φιλήσει. Το αγόρι διαμαρτύρεται. Ο άνδρας αμέσως το υπερασπίζει. Η κοπέλα φωνάζει: «Γιατί να επιτρέπεται μόνο σε έναν άνδρα να παρενοχλεί μια γυναίκα και όχι και το αντίθετο;». Η συζήτηση ανάμεσα στους επιβάτες φουντώνει. Ο Augusto Boal χαμογελάει. Ενα ακόμη λεωφορείο γίνεται το σκηνικό για μια σκηνή του «αόρατου θεάτρου». Οι θύτες και τα θύματα ήταν ηθοποιοί της ομάδας του, το κοινό ανυποψίαστοι επιβάτες. Μόνο η ζωή μπορεί να σε αναγκάσει να πάρεις θέση. Ο θεατής παίρνει μέρος στο συμβάν, ο παθητικός ρόλος που του επιφυλάσσει συνήθως το θέατρο καταργείται εκ των πραγμάτων. Ο θεατής γίνεται «παρατηρη- δρών», δηλαδή spect-actor. Ακόμη και η ζωή χρειάζεται μια πρόβα τζενεράλε. Ειδικά όταν ανήκεις σε αυτούς που οι ευκαιρίες τους είναι μετρημένες.
Ο Boal ξεκίνησε από τη Βραζιλία και κλείνοντας το μάτι στον Μπρεχτ άρχισε να κάνει ένα θέατρο «χρήσιμο», το Θέατρο των Καταπιεσμένων, διασχίζοντας τον χάρτη. Θέατρο δρόμου το «Αόρατο θέατρο» , θέατρο με εικόνες το «Image theatre» , όλα ασκήσεις και τεχνικές που μπορεί να καταλήξουν σε παράσταση, πρώτα όμως έχουν σκοπό να βοηθήσουν αυτούς που έχουν ανάγκη να βρουν μια γλώσσα για να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Στην Ελλάδα ήρθε για ένα σεμινάριο, προσκεκλημένος του οργανισμού «Πλεύσις». Οι μαθητές προέρχονταν από τους χώρους του θεάτρου, της εκπαίδευσης και της θεραπείας, με κοινή μαζί του την πίστη ότι ο ανθρωπισμός δεν είναι απομεινάρι του πολιτικού θεάτρου των δεκαετιών του '60 και του '70 αλλά η απαραίτητη βάση για την πρωτοπορία του επόμενου αιώνα.
- Είναι περίεργο να συνομιλείς με κάποιον που έχει δηλώσει ότι προτιμά τις εικόνες από τις λέξεις.
«Αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Τις αγαπώ τις λέξεις, μιλάω ακατάπαυστα, έχω γράψει γύρω στα 25 βιβλία ως τώρα, είμαι υπέρ των λέξεων. Καταλαβαίνω όμως ότι πολλές φορές κρύβουν περισσότερα πράγματα από ό,τι αποκαλύπτουν. Σου μιλάω για πράγματα και ξέρω για τι πράγμα μιλάω αλλά δεν ξέρω πώς ακούει τις λέξεις μου ο αποδέκτης, τις ακούει διαφορετικά. Αν πω σε σένα μια λέξη, ας πούμε οικογένεια, για σας που έχετε μεγαλώσει στην Ελλάδα η λέξη οικογένεια σημαίνει οικογένειες που εσείς γνωρίζετε αλλά, όταν εγώ λέω οικογένεια, μιλάω για οικογένειες που εγώ γνωρίζω. Το ίδιο και για κάποιον από τη Γουινέα Μπισάο. Οι λέξεις δηλώνουν κάτι κοινό για όλους αλλά υποδηλώνουν και κάτι ατομικό».
-Υπάρχει τρόπος να καταλάβουν όλοι το ίδιο;
«Μπορείς να χρησιμοποιήσεις εικόνες. Αν ρωτήσω ένα επτάχρονο αγόρι ή κορίτσι τι είναι οικογένεια, δεν μπορεί να μου απαντήσει. Αλλά αν του πω "κάνε μου μια εικόνα πώς είναι η οικογένειά σου", θα βάλει τη μητέρα, τον πατέρα, τα αδέλφια του και εγώ θα διαβάσω την εικόνα. Και έτσι βλέπεις τοποθετώντας τους ανθρώπους στον χώρο τι καταλαβαίνει το παιδί λέγοντας οικογένεια. Αυτή είναι μία από τις απλούστερες τεχνικές του Image Theatre, που είναι μέρος του Θεάτρου των Καταπιεσμένων να πεις "σκέψου μια εικόνα" και να διαλέξεις κάποια πρόσωπα από αυτά που είναι εκεί για να φτιάξεις μαζί τους ένα μοντέλο, χρησιμοποιείς τα αντικείμενα, τραπέζι, καρέκλες, φτιάχνεις μια εικόνα και μετά κάποιος άλλος φτιάχνει τη δική του εικόνα. Καθώς λοιπόν ταξιδεύω σε πολλές χώρες, έχω μια συλλογή από πάνω από 20 τύπους οικογενειών, εικόνων οικογενειών και είναι εντελώς διαφορετικές και σημαίνουν το ίδιο πράγμα».
-Αποκλείεται να αποκρύπτουν και οι εικόνες;
«Και οι εικόνες μπορεί να αποκρύπτουν αλλά, αν συνδυάσεις εικόνες και λόγια, τότε έχεις μια βαθύτερη κατανόηση του τι αισθάνονται οι άνθρωποι και του τι θέλουν να πουν. Πρέπει να είσαι παρών και να παρατηρείς με προσοχή. Γενικώς η παρατήρηση είναι κάτι καθοριστικό για τον άνθρωπο, είναι αυτό που τον διαχωρίζει από τα ζώα».
-Τι εννοείτε;
«Το ανθρώπινο ζώο είναι το μοναδικό ζώο που είναι ικανό να δρα και να παρατηρεί τον εαυτό του ενώ δρα. Είναι spect- actor. Γι' αυτό είναι και το μόνο ζώο που μπορεί να είναι θέατρο».
-Τι σημαίνει «να είναι θέατρο»;
«Τώρα σου μιλώ, συνεπώς παράγω μια δράση, προσπαθώ να σε πείσω για κάτι για το οποίο είμαι πεπεισμένος, οπότε κάνω μια δράση και κατ' αυτήν την έννοια είμαι ηθοποιός. Ταυτόχρονα παρατηρώ τον εαυτό μου ενώ δρα, στην κατάσταση της δράσης πάντοτε και ταυτοχρόνως. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι είμαστε θέατρο, ακόμη και αν δεν κάνουμε θέατρο. Μερικοί άνθρωποι κάνουν το θέατρο επάγγελμά τους, οπότε πρέπει να εξασκηθούν, να μάθουν να ποστάρουν τη φωνή τους, να χρησιμοποιούν τα αισθήματά τους, αλλά για να είσαι θέατρο είναι αρκετό το να είσαι ανθρώπινη ύπαρξη. Το Θέατρο των Καταπιεσμένων ασχολείται με το θέατρο το οποίο είσαι και όχι με το θέατρο το οποίο κάνεις. Ετσι αυτό το οποίο προσπαθούμε είναι να έχουμε ένα σύστημα ασκήσεων, παιχνιδιών και τεχνικών που να βγάζουν από μέσα σου αυτό που ήδη έχεις. Δεν είναι για να σου δώσει κάτι που είναι αλλότριο σε σένα. Κατά κάποιον τρόπο ανάγεται στη μαιευτική του Σωκράτη: απαντώντας στις ερωτήσεις, ανακαλύπτεις τη γνώση που ήδη είχες κρυμμένη μέσα σου. Αυτό που έγραψα λοιπόν και στο βιβλίο μου "για ηθοποιούς και μη ηθοποιούς" ήταν ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί και οι μη ηθοποιοί είναι η ίδια, είναι η θεατρική γλώσσα. Εχουμε πάθη στη σκηνή και πάθη στη ζωή μας. Χρησιμοποιούν τη φωνή τους στη σκηνή, κινούν το σώμα τους στη σκηνή οι ηθοποιοί, όπως κάνουμε όλοι στην πραγματική μας ζωή. Χρησιμοποιούμε την ίδια "γλώσσα". Αλλά ο ηθοποιός έχει τη συνείδηση του ότι χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα ενώ εμείς στην καθημερινή μας ζωή δεν έχουμε αυτή τη συνείδηση. Ετσι αυτό το οποίο προσπαθεί το Θέατρο των Καταπιεσμένων είναι να φέρει αυτή τη συνείδηση στους ανθρώπους οι οποίοι ήδη μιλούν θέατρο χωρίς να το ξέρουν. Εχει να κάνει με τη γνώση του ότι, θέλεις δεν θέλεις, σ' αρέσει δεν σ' αρέσει η γλώσσα που χρησιμοποιείς, είναι θέατρο, αυτή είναι η έκφραση. Ετσι επικοινωνείς μέσω των αισθήσεων, όχι αποκλειστικά και μόνο με τη λογική».
-Για ποιο λόγο όμως πρέπει να αναπτυχθεί στον καθένα μια τέτοια συνείδηση;
«Αν είσαι παρατηρητής του εαυτού σου εδώ και τώρα, στο παρόν, μπορείς να αναλύσεις το παρελθόν σου προκειμένου να επινοήσεις το μέλλον σου. Αυτό είναι το Θέατρο των Καταπιεσμένων: σήμερα, εδώ, στο παρόν, προσπαθείς να αναλύσεις το παρελθόν, τι έκανες, ποιους δρόμους έχεις πάρει, ποιους στόχους έχεις επιτύχει και προς τα πού θέλεις να βαδίσεις στο μέλλον. Ετσι το Θέατρο των Καταπιεσμένων είναι μια αντανάκλαση του παρελθόντος μέσα στο παρόν για το μέλλον».
-Μπορούμε να κάνουμε πρόβες για την πραγματικότητα; Η ζωή δεν είναι συνεχώς νέα δεδομένα;
«Ναι, νομίζω ότι μπορείς να κάνεις πρόβες για το μέλλον, όπως μια ποδοσφαιρική ομάδα μπορεί να προπονηθεί για τον αγώνα. Το γεγονός ότι έχεις προπονηθεί πολύ σκληρά δεν σου εξασφαλίζει βεβαίως τη νίκη στον αγώνα. Αν οι άλλοι έχουν εξασκηθεί καλύτερα, θα κερδίσουν αυτοί. Το να προετοιμάζεσαι για το μέλλον σημαίνει ότι είσαι καλύτερα εξοπλισμένος για να συνειδητοποιήσεις τι θέλεις. Αλλά το να πεις "εντάξει, εφόσον έχουμε κάνει πρόβες, θα κερδίσουμε", θα ήταν σαν να αρνείσαι τη ζωή γιατί η ζωή είναι ακριβώς απρόβλεπτη. Ισως ξέρεις πώς θα παίξει ο άλλος και ξέροντας αυτό είσαι καλύτερα προετοιμασμένος να δεις τι θέλεις εσύ».
-Δεν υπάρχει κίνδυνος η προετοιμασία να σε εμποδίσει να διακρίνεις την πραγματικότητα;
«Κίνδυνος, δεν θα έλεγα. Οπως είπα και πριν, η ζωή είναι η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας κάθε στιγμή. Απλώς πρέπει να είσαι έτοιμος να πεις "θέλω να κάνω αυτό και θα προσπαθήσω να το κάνω". Αλλά η κατάσταση δεν είναι ποτέ ακριβώς αυτό που έχεις προβλέψει, έτσι πάντοτε πρέπει να ζεις τη ζωή σου και όχι απλώς να αναπαράγεις την πρόβα για τη ζωή. Απλώς θα είσαι καλύτερα προετοιμασμένος, τίποτε περισσότερο. Αυτό σου δίνει το θέατρο, τη δυνατότητα να εξασκηθείς, αλλά δεν σου εγγυάται τη νίκη».
-Τι είναι η έκπληξη για ένα τέτοιο σύστημα;
«Η ίδια η ζωή είναι έκπληξη. Γιατί, αν όλα συνέβαιναν με τον τρόπο που τα έχεις προβλέψει, η ζωή θα γινόταν πολύ βαρετή. Πολλοί άνθρωποι ζουν ζωές χωρίς καμία έκπληξη. Πάνε στη δουλειά στις οκτώ, κάνουν τις ίδιες χειρονομίες, λένε την ίδια καλημέρα στους ίδιους ανθρώπους. Μερικές φορές ακόμη και πράγματα που θα έπρεπε να είναι πάντοτε δημιουργικά, όπως το να είσαι ερωτευμένος, μπορεί κάποτε να καταλήξουν και αυτά ακόμη ρουτίνα. Το να λες τα ίδια πράγματα στο ίδιο πρόσωπο με τον ίδιο τρόπο, ό,τι κάποια συγκεκριμένη στιγμή ήταν μια αποκάλυψη μπορεί να γίνει πολύ μηχανικό. Στην αργκό του Θεάτρου των Καταπιεσμένων αυτό το ονομάζουμε "τελετουργικοποίηση". Και αυτό είναι που πρέπει να πολεμήσεις, πρέπει να δημιουργείς καινούργιες πιθανότητες διαρκώς. Το ζήτημα δεν είναι να βρεις μια λύση για το κάθε πρόβλημα αλλά να αναπτύξεις την ικανότητα του να βρίσκεις καινούργιες πιθανότητες συνεχώς. Ακόμη και στο Θέατρο των Καταπιεσμένων που κάνουμε ποτέ δεν προσπαθούμε να πούμε ποια είναι η καλύτερη λύση, προσπαθούμε να ερεθίσουμε τον καθένα να σκεφθεί πιθανές λύσεις. Αυτό είναι που θέλουμε να επιτύχουμε».
-Δημιουργώντας μοντέλα αναγκαστικά μένεις σε σχετικά απλά πράγματα. Αυτό πώς συνδυάζεται με την τέχνη;
«Η φλογέρα των Ανδεων έχει έναν υπέροχο ήχο που μόνο η φλογέρα μπορεί να παράγει. Υπάρχει ο ήχος του γερμανικού πιάνου και αυτή τη μουσική μπορεί να την παράγει μόνο το γερμανικό πιάνο. Δεν πιστεύω ότι το πιάνο είναι καλύτερο από τη φλογέρα ή η φλογέρα καλύτερη από το πιάνο. Δεν πιστεύω ότι ένας απλός ήχος είναι καλύτερος από ό,τι ένας σύνθετος ήχος και το αντίθετο. Εσείς ως άτομο εκφράζετε καμιά φορά πολύ απλές ιδέες και πολύ απλά συναισθήματα και καμιά φορά εκφράζετε πολύ σύνθετα συναισθήματα και πολύ σύνθετες ιδέες. Τίποτε από τα δύο δεν είναι καλύτερο από το άλλο. Ετσι νομίζω ότι όταν κάνουμε Θέατρο των Καταπιεσμένων δεν πρέπει απαραιτήτως να είμαστε απλοί. Μερικές φορές είμαστε πολύ απλοί, αρχίζουμε με πολύ απλές ιδέες, αλλά πιστεύω ότι μερικές τεχνικές όπως το ουράνιο τόξο της επιθυμίας, είναι άκρως σοφιστικέ τεχνικές, πολύ σύνθετες τεχνικές. Αυτό που προσπαθώ είναι να μην κάνω ποτέ ένα πράγμα πολύπλοκο, αλλά σύνθετο ναι. Το σύνθετο παράγεται από πολλά απλά πράγματα. Πολύπλοκο είναι κάτι όταν δεν το καταλαβαίνεις. Μερικές τεχνικές του Θεάτρου των Καταπιεσμένων είναι εκπληκτικά πλούσιες και καθόλου απλές. Καθόλου απλές. Αυτό που κάναμε χθες ήταν το ουράνιο τόξο της επιθυμίας δεν είναι απλό. Πρέπει να αυτοσχεδιάσεις μια σκηνή και μετά να κάνεις εικόνα όλα τα χρώματα της επιθυμίας σου. Οι άλλοι άνθρωποι κάνουν τις δικές τους επιθυμίες σε σχέση με σένα και μετά συνδυάζεις αυτές τις επιθυμίες, κάνεις μια ενορχήστρωση των επιθυμιών, έπειτα αποφασίζεις να πολεμήσεις αυτές τις επιθυμίες, έπειτα κάνεις τις επιθυμίες να πολεμούν η μία την άλλη. Είναι εξαιρετικά σύνθετο. Στο Θέατρο των Καταπιεσμένων αρχίζεις με πολύ απλά πράγματα».
-Ποιοι είναι σήμερα οι Καταπιεσμένοι;
«Ολες οι σχέσεις ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα θα έπρεπε να είναι διάλογος. Μια χώρα και μια άλλη χώρα, άνδρας και γυναίκα, ένας μαύρος με έναν άσπρο θα έπρεπε να είναι διάλογος αλλά, όπως ξέρετε, στις ανθρώπινες σχέσεις υπάρχει η τάση του ενός από τους συμμετέχοντες στον διάλογο να κάνει μονόλογο και ο άλλος είναι αυτός που υπακούει, που ακούει. Οι λευκές κοινότητες στη Βραζιλία π.χ. ή στις ΗΠΑ προσπαθούν να επιβάλουν στους άλλους την άποψή τους, να τους επιβάλουν τα κριτήρια ακόμη και της ίδιας της ομορφιάς, τους τρόπους συμπεριφοράς, έτσι ώστε ο διάλογος καταργείται. Καταπίεση είναι όταν ο ένας από τους δύο συνομιλητές χάνει τη δύναμή του να μιλάει και πρέπει μόνο να ακούει. Αυτό που θέλουμε από το Θέατρο των Καταπιεσμένων δεν είναι να αντιστρέψουμε τους ρόλους καταπιεστή και καταπιεζόμενου, θέλουμε να αποκαταστήσουμε τον διάλογο, να συναντηθούν οι δύο πλευρές, να μπορούν να μιλούν και να λένε αυτό που θέλουν και οι δύο, να μπορούν να ανταλλάξουν απόψεις».
-Η καταπίεση και το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης;
«Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να πω ότι είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης αλλά έχει υπάρξει η ανθρώπινη ιστορία και συμφωνώ μαζί σας ότι πάντοτε ήταν έτσι. Κάθε φορά που μία δύναμη γίνεται πιο δυνατή από τις άλλες προσπαθεί να επιβάλει στις άλλες τον δικό της τρόπο ζωής, προσπαθεί πάντοτε να κυριαρχήσει. Πιστεύω ότι το ανθρώπινο είδος είναι αρπακτικό, ζώα που τρέφονται από άλλα ζώα. Ετσι είναι και ο άνθρωπος: τρέφεται κανιβαλιστικά τρώγοντας ο ένας τον άλλον, όχι κυριολεκτικά αλλά συμβολικά, παραστατικά. Πιστεύω ότι, ναι, υπάρχει η τάση. Οταν αυτό γίνεται μια παγκόσμια τάση, συμβαίνει αυτό που ονόμαζαν πριν αποικιοκρατία, αυτό που ονόμαζαν πριν ιμπεριαλισμό, αυτό που ονόμαζαν πριν "Η Αυτοκρατορία των Χιλίων Ετών", αυτό που ήθελε ο Χίτλερ για να παγκοσμιοποιήσει τον κόσμο, σύμφωνα με τη δική τους οπτική, την οπτική των ναζιστών. Και η παγκοσμιοποίηση είναι μια προσπάθεια να κάνεις τους πάντες να γίνουν ρομπότ και όχι άνθρωποι. Προσπαθούν να σε κάνουν να είσαι όμοιος με όλους τους άλλους, να μάθεις να σκέφτεσαι όπως όλοι. Γιατί; Διότι στις ημέρες μας αυτό που κυριαρχεί είναι η δύναμη της αγοράς. Θέλουν τη δύναμη της αγοράς να ρυθμίζει τα πάντα, ακούς ότι υπάρχει μια κρίση στην Ασία και ο αντίκτυπος φθάνει ως την Ελλάδα και τη Βραζιλία. Υπάρχει κρίση στις ΗΠΑ και το Χονγκ Κονγκ το καταλαβαίνει. Κερδοσκοπούν με το χρήμα. Η αγορά είναι που μετράει και αυτό σημαίνει ότι μετράνε τα εμπορεύματα περισσότερο από τον καταναλωτή, οπότε δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις δικές μας επιθυμίες. Θα σε κάνουν να αγοράσεις αυτό που έχουν να σου πουλήσουν, έτσι σου κλέβουν τις επιθυμίες σου και σου βάζουν μια "προθήκη" επιθυμίας, σου εμφυτεύουν μια επιθυμία και ξαφνικά αρχίζεις να νομίζεις ότι θέλεις αυτό που είναι η αγορά. Στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό η επιθυμία σου. Είναι μια επιθυμία εμφυτευμένη σε σένα, αυτό που ονομάζω μια "προθήκη" επιθυμίας. Οπως κάνουν προθήκη σε ένα δόντι, σε ένα κομμένο χέρι, έτσι βάζουν προθήκη και στην καρδιά μας και μετά πιστεύουμε ότι αυτά τα θέλουμε και δεν θυμόμαστε πια ποια ήταν η δική μας επιθυμία».
-Αλλά η αρχή της ανθρώπινης ιστορίας βρίσκεται στην ανθρώπινη φύση. Μήπως το Θέατρο των Καταπιεσμένων είναι μια προσπάθεια απλώς να επιβραδυνθεί μια φυσιολογική και αναπόφευκτη εξέλιξη;
«Ακόμη κι αν μπορούσαμε να πούμε κατηγορηματικά ότι η καταπίεση είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι στην ανθρώπινη φύση ενυπάρχει η εξυπνάδα. Αν ο άνθρωπος είναι εξυπνότερος από ό,τι τα άλλα ζώα, με την εξυπνάδα μας μπορούμε να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτό που είναι η αρπακτική ανθρώπινη φύση. Πιστεύω ότι μέσα στην καρδιά μας έχουμε επιθυμίες. Οι επιθυμίες είναι μη λογικές και μη ηθικές. Η επιθυμία μου δεν είναι ηθική. Δεν σκέφτομαι αν είναι ηθικά σωστό ή όχι, επιθυμώ. Επιθυμώ. Επιθυμώ να σκοτώσω κάποιον ή επιθυμώ να κάνω έρωτα σε ένα συγκεκριμένο αριθμό ατόμων. Υπάρχει όμως και η θέληση. Η θέληση είναι ηθική και συνειδητή. Μπορώ να πω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ κάποιες από τις επιθυμίες μου. Ετσι μπορώ να πω "θέλω να σκοτώσω κάποιον", αυτή είναι η επιθυμία μου, αλλά η θέλησή μου υπεισέρχεται και λέει "δεν θα σκοτώσω κανέναν διότι είμαι ενάντιος στη θανατική καταδίκη". Δεν θα σκοτώσω, ακόμη κι αν επιθυμώ να σκοτώσω τον Πινοσέτ, πράγμα που είναι μια πολύ φυσιολογική επιθυμία κάθε ανθρώπινου πλάσματος. Είναι αλήθεια ότι στη φύση μας υπάρχει κάτι το αρπακτικό γιατί είμαστε ζώα αλλά επειδή είμαστε άνθρωποι έχουμε θέληση».
-Εχουν όλοι οι άνθρωποι θέληση;
«Πιστεύω ότι όλοι μπορούμε να αναπτύξουμε τη θέλησή μας και τις επιλογές μας και να κάνουμε την ανθρωπότητα να γίνει πραγματική ανθρωπότητα κι όχι αυτό που είναι τώρα. Γιατί τώρα η ανθρωπότητα χωρίζεται σε τρία μέρη: ένα μέρος είναι οι κατέχοντες την αγορά, το δεύτερο μέρος οι καταναλωτές στην αγορά και το τρίτο μέρος το πετάμε στην Αφρική, τους πετάμε και τους αφήνουμε να σκοτώνονται μόνοι τους, όπως οι Τούτσι, και δεν μας νοιάζει καθόλου. Αλλά όχι μόνο στην Αφρική, σε κάθε χώρα νιώθεις τις ανάγκες της τρίτης ανθρωπότητας. Πάω στο Λονδίνο κάθε χρόνο, δουλεύω εκεί, κάνω σεμινάρια, παραστάσεις. Κάθε φορά βλέπω όλο και περισσότερους "πολίτες των χαρτόκουτων", αστέγους με άλλα λόγια. Πας στη Γαλλία, πας στις ΗΠΑ, βλέπεις φτώχεια και μιζέρια. Ετσι κατασκευάζουμε μια τρίτη ανθρωπότητα, την ανθρωπότητα εκείνων για τους οποίους δεν ενδιαφερόμαστε επειδή δεν καταναλώνουν, δεν πληρώνουν για τίποτε, δεν βοηθάνε τη μηχανή της διαφήμισης να συνεχίσει, αυτό είναι νομίζω που πρέπει να πολεμήσουμε. Αν είμαστε άνθρωποι, πρέπει να έχουμε πολιτική ηθική που να λέει ότι όταν κάποιος υποφέρει θα τον βοηθήσουμε. Αν λέμε "η ζωή είναι σύντομη, με νοιάζει η προσωπική μου ευτυχία", αυτό δεν είναι ανθρώπινο, είναι προ-ανθρώπινο. Θα γίνουμε άνθρωποι όταν μάθουμε να είμαστε ηθικοί. Και ηθική είναι να υπάρχει μία ανθρωπότητα και όχι τρεις, όπως τώρα».
-Πώς μπορείς να μιλάς για τους απόκληρους όταν εξ ορισμού ανήκεις στην προνομιούχο τάξη; Δεν είναι κι αυτό μια υπόγεια μορφή καταπίεσης;
«Οχι, δεν είναι, αλλά παλιότερα υπήρξε. Στη δεκαετία του '50, του '60, ακόμη και στις αρχές του '70 υπήρχε η μόδα του επονομαζόμενου πολιτικού θεάτρου. Εμείς που κάναμε πολιτικό θέατρο, και αυτό είναι μια κριτική και για τον εαυτό μου, όχι μόνο για τους άλλους, είχαμε την τάση να πιστεύουμε ότι αφού είμαστε καλλιτέχνες ξέρουμε περισσότερα από το κοινό μας και μπορούμε να του πούμε "πρέπει να κάνεις αυτό ή πρέπει να κάνεις εκείνο", να πούμε στις γυναίκες πώς να συμπεριφέρονται ενώ εμείς είμαστε άνδρες, στους μαύρους πώς να απελευθερωθούν ενώ εμείς είμαστε λευκοί ήταν φρικτό. Αλλά το κάναμε. Θα σας πω μια ιστορία. Κάποτε ήμουν στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας δουλεύοντας με αγρότες και κάναμε ένα έργο που τελείωνε με τα λόγια "πρέπει να δώσουμε το αίμα μας για να ελευθερώσουμε τη γη μας". Ηταν το τέλος ενός ωραίου τραγουδιού, όλοι μας τραγουδούσαμε με τη γροθιά υψωμένη και με τουφέκια στο δεξί μας χέρι θεατρικά τουφέκια όμως. Και τότε ήρθε ένας αγρότης και μου είπε: "Αν σκέφτεσαι ακριβώς όπως εμείς, ότι πρέπει να δώσεις το αίμα σου για να ελευθερώσεις τη γη σου, πάρε το τουφέκι σου κι έλα μαζί μας να πολεμήσουμε κάποιον που έχει καταλάβει τη γη μας". Και τότε του είπα: "Είμαστε αληθινοί, είμαστε αληθινοί άνθρωποι, δεν είμαστε ψεύτες, αλλά τα τουφέκια μας είναι ψεύτικα, είναι θεατρικά". Και αυτός είπε: "Μη σε νοιάζει, τα τουφέκια μπορεί να είναι ψεύτικα, εσείς όμως είστε αληθινοί άνθρωποι. Ελάτε μαζί μας κι εμείς έχουμε τουφέκια για όλους". Και τότε του είπα: "Ακου, δεν είμαστε ψεύτες, είμαστε αληθινοί, αλλά είμαστε αληθινοί καλλιτέχνες και όχι αληθινοί αγρότες". Και τότε μου είπε: "Αφού εσείς οι αληθινοί καλλιτέχνες λέτε ας χύσουμε το αίμα μας για τη γη μας, εσείς οι αληθινοί καλλιτέχνες μιλάτε για μας, για το δικό μας αίμα, όχι για το δικό σας". Και από τη στιγμή εκείνη κατάλαβα ότι δεν πρέπει να δίνω συμβουλές αν δεν είμαι έτοιμος να ακολουθήσω τις ίδιες μου τις συμβουλές. Και τότε άλλαξα. Και τώρα δεν έχω κανένα πρόβλημα να πάω στην Μπουρκίνα Φάσο, μία από τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο όλος ο προϋπολογισμός αυτής της χώρας των 8 εκατ. κατοίκων είναι μικρότερος από τον προϋπολογισμό της Οπερας του Παρισιού , και να δουλέψω με πάμπτωχους ανθρώπους. Και όμως νιώθω σαν στο σπίτι μου όταν πάω εκεί, γιατί δεν πάω πια για να πω "κάνε αυτό ή κάνε εκείνο", πηγαίνω φέρνοντάς τους έναν τρόπο ανάλυσης της ίδιας τους της κοινωνίας και ρωτώντας τους τι μπορούν, τι είναι πρόθυμοι να κάνουν. Είκοσι χρόνια πριν, στην Αλγερία, δούλευα με γυναίκες και μου είπαν: "Αν φέρεις εδώ ένα έργο από τη Γαλλία, από το Παρίσι, όπου οι γυναίκες κάνουν αυτό κι εκείνο, εδώ δεν μπορείς να το κάνεις, γιατί εδώ για μια γυναίκα το να βγάλει το τσαντόρ και να δείξει τα χείλη της είναι χειρότερο από ό,τι να βγει μια Παριζιάνα γυμνή στα Ηλύσια Πεδία". Ποτέ δεν μπορείς να πας να πεις κάντε αυτό, γιατί το κάνουν κάπου αλλού, όχι. Είσαι στο Παρίσι, θα παλέψεις στο Παρίσι, είσαι στην Αλγερία, θα παλέψεις στην Αλγερία».
-Πότε καταλάβατε για πρώτη φορά ότι υπάρχει καταπίεση;
«Ηταν πολύ νωρίς στη ζωή μου, γιατί μεγάλωσα σε ένα κομμάτι του Ρίο ντε Τζανέιρο όπου υπήρχε πάρα πολλή φτώχεια. Από την πιο τρυφερή μου ηλικία έβλεπα πλούσιους και φτωχούς, έτσι δεν ήταν για μένα και πολύ δύσκολο να καταλάβω τι είναι η καταπίεση. Ετσι πολύ νωρίς άρχισα να γράφω έργα για τους καταπιεσμένους, πάντοτε όμως από τη δική μου οπτική γωνία. Δεν ήμουν ο ίδιος καταπιεσμένος από τις ίδιες καταπιέσεις για τις οποίες μιλούσα. Τα έργα μου ήταν ψεύτικα. Δεν μιλούσα για τον εαυτό μου, μιλούσα γι' αυτό που νόμιζα ότι ήταν οι άλλοι άνθρωποι. Το χειρότερο όμως πράγμα που έχω νιώσει ήταν όταν είχα συλληφθεί στη Βραζιλία. Με έβαλαν σε ένα μικρό κελί επτά οπλισμένοι και έλεγαν ότι θα με βασανίσουν αν δεν μιλήσω. Δεν μίλησα και με βασάνισαν με ηλεκτροσόκ και διάφορα άλλα. Εκείνη η στιγμή της ζωής μου ήταν η πιο φρικτή, όταν αισθάνθηκα πόσο τρωτή είναι η ζωή γιατί πάντοτε σκεφτόμαστε τον θάνατο, αλλά πάντοτε με την αφηρημένη αίσθηση ότι όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε. Ξαφνικά όμως βλέπεις όλα αυτά τα όργανα βασανισμού και λες "ίσως μου κάνουν πιο πολλά ηλεκτροσόκ από ό,τι μπορώ να αντέξω και ίσως πεθάνω τώρα" και έτσι αντιμετωπίζεις εκεί συγκεκριμένα το ενδεχόμενο σε δύο λεπτά να μην υπάρχεις πια και σκέφτεσαι όλη σου τη ζωή τελείως διαφορετικά. Και την ίδια στιγμή βλέπεις τη βλακεία και τη ζωώδη πλευρά αυτών των ανθρώπων, που είναι τόσο απάνθρωποι, γιατί η ζωή σου τούς ανήκει, μπορούν να τη διαθέσουν όπως θέλουν. Οταν βρέθηκα αντιμέτωπος με τον θάνατο και μάλιστα με έναν ηλίθιο θάνατο, ρωτούσα γιατί. Ημουν σωστά στα μυαλά μου, αισθανόμουν πολύ υγιής και ξαφνικά η ζωή μου ήταν μια απόφαση άλλων και όχι δική μου. Αλλά καταπιέσεις με έναν λιγότερο άμεσο τρόπο αισθάνομαι όλη την ώρα. Ας πούμε οι ομάδες μου με τις οποίες κάνω θέατρο στη Βραζιλία ή στη Γαλλία δεν παίρνουν τις ίδιες επιχορηγήσεις με άλλους. Πρέπει να δουλεύουμε πολύ περισσότερο για να έχουμε λιγότερα».
-Γιατί αυτό;
«Διότι οι κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως για ένα τέτοιου είδους θέατρο. Μερικές κυβερνήσεις, όπως της Μπουρκίνα Φάσο, πληρώνουν ηθοποιούς για να παίζουν επαγγελματικά Θέατρο των Καταπιεσμένων γιατί το χρειάζονται. Στη Γαλλία όμως ή στη Βραζιλία δεν νοιάζονται και πολύ. Αν έκανα ένα πιο εύκολο θέατρο όταν εγώ ο ίδιος έκανα τη Φαίδρα του Ρακίνα στη Βραζιλία πήραμε πάρα πολλά λεφτά για να πάμε παντού , κανένα πρόβλημα. Κάνεις όμως τη Φαίδρα για ένα κοινό που πληρώνει και δεν χρειάζεσαι και τόσο μια τέτοια υποστήριξη αλλά για να παίξουμε για τους φτωχούς ανθρώπους που το χρειάζονται δεν μας δίνουν λεφτά. Μας δίνουν λεφτά για να παίξουμε για τη μεσαία τάξη και πάνω. Αν κάνουμε το θέατρο που θέλουν, μας δίνουν όλα τα λεφτά που χρειαζόμαστε, αν θέλουμε όμως να κάνουμε ένα είδος θεάτρου που πιστεύουμε ότι είναι πιο χρήσιμο για τον πληθυσμό, τότε δεν παίρνουμε τίποτα».
-Μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα με το θέατρο ή χρειάζεται πιο άμεση εμπλοκή με την πολιτική; Εσείς ας πούμε έχετε εκλεγεί με το Εργατικό Κόμμα.
«Οχι, βέβαια, το θέατρο δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε. Είναι σαν να σου δίνει ένα κλειδί αλλά το κλειδί δεν θα ανοίξει μόνο του καμία πόρτα αν δεν την ανοίξεις εσύ ο ίδιος. Παίρνεις το κλειδί, πας εκεί και ανοίγεις την πόρτα. Το κλειδί μόνο του είναι άχρηστο αν το πάρεις και το αφήσεις στο τραπέζι δεν βοηθάει σε τίποτα. Αυτοί που θα αλλάξουν τον κόσμο είναι οι άνθρωποι, τα πρόσωπα, όχι το θέατρο. Το θέατρο είναι ένα πολύ ισχυρό όπλο αλλά χρειάζεται δουλειά. Οσο για την πολιτική, εγώ πολιτική έκανα πάντοτε αλλά όχι ενταγμένος σε κάποιο κόμμα, γιατι δεν είχα ποτέ την πειθαρχία που απαιτείται για να είσαι μέλος ενός πολιτικού κόμματος δεν την είχα ποτέ. Κάποτε όμως θέλησα να κάνω ένα πείραμα για το πώς μπορείς να νομοθετείς μέσα από το θέατρο. Και τότε εκλέχθηκα για το νομοθετικό σώμα του Ρίο και υπέγραψα ένα συμβόλαιο μαζί με όλη την ομάδα μου του Θεάτρου των Καταπιεσμένων όλοι υπέγραψαν μέσω εμού. Μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια δραστηριοποιήσαμε πολλά θεατρικά γκρουπ σε σχολεία, σε συνδικάτα, σε εκκλησίες, σε κάθε μορφή οργανωμένου πληθυσμού, στους μαύρους φοιτητές στο πανεπιστήμιο, σε μια ομάδα οργανωμένων ομοφυλοφίλων, σε ομάδες τρίτης ηλικίας, σε εργάτες, αγρότες χωρίς γη, 90 ομάδες συνολικά. Αυτές οι 90 ομάδες έκαναν Θέατρο των Καταπιεσμένων για τις κοινότητές τους, έκαναν διάλογο με άλλες κοινότητες και έκαναν και φεστιβάλ. Και πάντοτε κάποιος σημείωνε όλες τις προτάσεις που γίνονταν. Και εγώ έπαιρνα αυτές τις προτάσεις και ο δικηγόρος μου μετέτρεπε αυτές τις επιθυμίες του πληθυσμού σε σχέδια νόμου και εγώ τις παρουσίαζα στη Βουλή. Παρουσίασα 40 σχέδια νόμου, 13 έγιναν αποδεκτά και ψηφίστηκαν ως νόμοι. Εφθασα στο σημείο να ενώσω το θέατρο με την πολιτική. Για πρώτη φορά η επιθυμία του πληθυσμού έγινε γραπτός νόμος της πόλης του Ρίο 13 φορές. Ηταν μεγάλο επίτευγμα, ήταν η πρώτη φορά στον κόσμο που μπορούσες να πεις ότι η θεατρική δουλειά παρήγαγε τον νόμο τον οποίο πρέπει να υπακούουν τώρα όλοι. Η επιθυμία έγινε νόμος. Ηταν η σύζευξη ανάμεσα στο θέατρο και στην πολιτική».
- Πώς μπορείς να χωρέσεις την επιθυμία μέσα σε ένα νόμο;
«Ο νόμος είναι πάντοτε επιθυμία κάποιου. Μόνο που είναι η επιθυμία κάποιου άλλου, όχι η δική σου επιθυμία. Αυτό που κάναμε ήταν να πούμε "ας κάνουμε και τη δική μας επιθυμία νόμο"».
-Στο σεμινάριο που κάνατε εδώ ποιες ήταν οι επιθυμίες των Ελλήνων, ποια είναι τα θέματα που τους απασχολούν;
«Πρότειναν τον ρατσισμό ως θέμα, τον σεξισμό, την καταπίεση από την πολιτική ζωή που επιβάλλει ορισμένα πράγματα ενάντια στη θέληση του πληθυσμού και επίσης τη γραφειοκρατία. Αυτά είναι τα θέματα πάνω στα οποία δουλεύουν. Αλλά στο πιο υποκειμενικό μέρος της δουλειάς έφεραν πράγματα όπως ο έρωτας, η ανασφάλεια, ο φόβος για τη ζωή και τέτοια. Αλλά τα θέματα που διάλεξαν τώρα για να δουλέψουν αντικειμενικά είναι αυτά τα τέσσερα θέματα».
-Μιλάτε συνέχεια για δουλειά. Στο ταλέντο πιστεύετε ή το θεωρείτε ένα προϊόν της καπιταλιστικής κοινωνίας;
«Μια τέτοια ερώτηση προέρχεται από ένα ταλαντούχο άτομο. Εχεις το ταλέντο να κάνεις μια τέτοια ερώτηση, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί να κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις. Κάποιοι άνθρωποι είναι περισσότερο ταλαντούχοι από κάποιους άλλους, έχουν αναπτύξει την εξυπνάδα, την τεχνική τους περισσότερο από κάποιους άλλους, οπότε πιστεύω στο ταλέντο πάρα πολύ. Αλλά επίσης πιστεύω ότι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως του πόσο ταλέντο έχουν, μπορούν να βελτιωθούν. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που δεν εξαρτάται από το ταλέντο που έχεις. Ακόμη και κάποιος χωρίς καθόλου ταλέντο μπορεί να μάθει κάτι. Και αυτοί που έχουν πολύ περισσότερο ταλέντο μπορούν να μάθουν περισσότερα. Ολοι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα από τον εαυτό τους. Δεν με νοιάζει ο ανταγωνισμός, να τα πάω καλύτερα από σένα, αυτό δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι "μπορώ να τα πάω καλύτερα από τον εαυτό μου;". Ναι, μπορώ! Ανεξαρτήτως του πόσο πολύ ή πόσο λίγο ταλέντο έχω, ξέρω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος. Αυτό που πάντοτε προσπαθώ είναι να γίνομαι καλύτερος από τον εαυτό μου και να βοηθώ άλλους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι από τον εαυτό τους, όχι να τους βάλω σε ανταγωνισμό. Αλλά το ταλέντο υπάρχει και η δουλειά υπάρχει επίσης».
Το ΒΗΜΑ, 19/07/1998 , Σελ.: C09
Κωδικός άρθρου: B12490C091
ID: 97984
Spect-actors όλων των χωρών, ενωθείτε!
Καταπίεση είναι όταν ο ένας από τους δύο συνομιλητές χάνει τη δύναμή του, δεν μιλάει και πρέπει μόνο να ακούει
Ο δημιουργός παραστάσεων γι' αυτούς που έχουν ανάγκη να βρουν και να διεκδικήσουν το δίκιο τους ήλθε στην Ελλάδα για ένα σεμινάριο και με την ευκαιρία αυτή μίλησε στο «Βήμα»
Μέσα στο λεωφορείο μια κοπέλα στέκεται κοντά στην πόρτα. Ενας άνδρας κολλάει επάνω της. Η κοπέλα αντιδρά έντονα αλλά κανένας από τους επιβάτες δεν παίρνει θέση. Στην επόμενη στάση ανεβαίνει ένα ωραίο αγόρι. Μια γυναίκα τού ζητεί επίμονα να τον φιλήσει. Το αγόρι διαμαρτύρεται. Ο άνδρας αμέσως το υπερασπίζει. Η κοπέλα φωνάζει: «Γιατί να επιτρέπεται μόνο σε έναν άνδρα να παρενοχλεί μια γυναίκα και όχι και το αντίθετο;». Η συζήτηση ανάμεσα στους επιβάτες φουντώνει. Ο Augusto Boal χαμογελάει. Ενα ακόμη λεωφορείο γίνεται το σκηνικό για μια σκηνή του «αόρατου θεάτρου». Οι θύτες και τα θύματα ήταν ηθοποιοί της ομάδας του, το κοινό ανυποψίαστοι επιβάτες. Μόνο η ζωή μπορεί να σε αναγκάσει να πάρεις θέση. Ο θεατής παίρνει μέρος στο συμβάν, ο παθητικός ρόλος που του επιφυλάσσει συνήθως το θέατρο καταργείται εκ των πραγμάτων. Ο θεατής γίνεται «παρατηρη- δρών», δηλαδή spect-actor. Ακόμη και η ζωή χρειάζεται μια πρόβα τζενεράλε. Ειδικά όταν ανήκεις σε αυτούς που οι ευκαιρίες τους είναι μετρημένες.
Ο Boal ξεκίνησε από τη Βραζιλία και κλείνοντας το μάτι στον Μπρεχτ άρχισε να κάνει ένα θέατρο «χρήσιμο», το Θέατρο των Καταπιεσμένων, διασχίζοντας τον χάρτη. Θέατρο δρόμου το «Αόρατο θέατρο» , θέατρο με εικόνες το «Image theatre» , όλα ασκήσεις και τεχνικές που μπορεί να καταλήξουν σε παράσταση, πρώτα όμως έχουν σκοπό να βοηθήσουν αυτούς που έχουν ανάγκη να βρουν μια γλώσσα για να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Στην Ελλάδα ήρθε για ένα σεμινάριο, προσκεκλημένος του οργανισμού «Πλεύσις». Οι μαθητές προέρχονταν από τους χώρους του θεάτρου, της εκπαίδευσης και της θεραπείας, με κοινή μαζί του την πίστη ότι ο ανθρωπισμός δεν είναι απομεινάρι του πολιτικού θεάτρου των δεκαετιών του '60 και του '70 αλλά η απαραίτητη βάση για την πρωτοπορία του επόμενου αιώνα.
- Είναι περίεργο να συνομιλείς με κάποιον που έχει δηλώσει ότι προτιμά τις εικόνες από τις λέξεις.
«Αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Τις αγαπώ τις λέξεις, μιλάω ακατάπαυστα, έχω γράψει γύρω στα 25 βιβλία ως τώρα, είμαι υπέρ των λέξεων. Καταλαβαίνω όμως ότι πολλές φορές κρύβουν περισσότερα πράγματα από ό,τι αποκαλύπτουν. Σου μιλάω για πράγματα και ξέρω για τι πράγμα μιλάω αλλά δεν ξέρω πώς ακούει τις λέξεις μου ο αποδέκτης, τις ακούει διαφορετικά. Αν πω σε σένα μια λέξη, ας πούμε οικογένεια, για σας που έχετε μεγαλώσει στην Ελλάδα η λέξη οικογένεια σημαίνει οικογένειες που εσείς γνωρίζετε αλλά, όταν εγώ λέω οικογένεια, μιλάω για οικογένειες που εγώ γνωρίζω. Το ίδιο και για κάποιον από τη Γουινέα Μπισάο. Οι λέξεις δηλώνουν κάτι κοινό για όλους αλλά υποδηλώνουν και κάτι ατομικό».
-Υπάρχει τρόπος να καταλάβουν όλοι το ίδιο;
«Μπορείς να χρησιμοποιήσεις εικόνες. Αν ρωτήσω ένα επτάχρονο αγόρι ή κορίτσι τι είναι οικογένεια, δεν μπορεί να μου απαντήσει. Αλλά αν του πω "κάνε μου μια εικόνα πώς είναι η οικογένειά σου", θα βάλει τη μητέρα, τον πατέρα, τα αδέλφια του και εγώ θα διαβάσω την εικόνα. Και έτσι βλέπεις τοποθετώντας τους ανθρώπους στον χώρο τι καταλαβαίνει το παιδί λέγοντας οικογένεια. Αυτή είναι μία από τις απλούστερες τεχνικές του Image Theatre, που είναι μέρος του Θεάτρου των Καταπιεσμένων να πεις "σκέψου μια εικόνα" και να διαλέξεις κάποια πρόσωπα από αυτά που είναι εκεί για να φτιάξεις μαζί τους ένα μοντέλο, χρησιμοποιείς τα αντικείμενα, τραπέζι, καρέκλες, φτιάχνεις μια εικόνα και μετά κάποιος άλλος φτιάχνει τη δική του εικόνα. Καθώς λοιπόν ταξιδεύω σε πολλές χώρες, έχω μια συλλογή από πάνω από 20 τύπους οικογενειών, εικόνων οικογενειών και είναι εντελώς διαφορετικές και σημαίνουν το ίδιο πράγμα».
-Αποκλείεται να αποκρύπτουν και οι εικόνες;
«Και οι εικόνες μπορεί να αποκρύπτουν αλλά, αν συνδυάσεις εικόνες και λόγια, τότε έχεις μια βαθύτερη κατανόηση του τι αισθάνονται οι άνθρωποι και του τι θέλουν να πουν. Πρέπει να είσαι παρών και να παρατηρείς με προσοχή. Γενικώς η παρατήρηση είναι κάτι καθοριστικό για τον άνθρωπο, είναι αυτό που τον διαχωρίζει από τα ζώα».
-Τι εννοείτε;
«Το ανθρώπινο ζώο είναι το μοναδικό ζώο που είναι ικανό να δρα και να παρατηρεί τον εαυτό του ενώ δρα. Είναι spect- actor. Γι' αυτό είναι και το μόνο ζώο που μπορεί να είναι θέατρο».
-Τι σημαίνει «να είναι θέατρο»;
«Τώρα σου μιλώ, συνεπώς παράγω μια δράση, προσπαθώ να σε πείσω για κάτι για το οποίο είμαι πεπεισμένος, οπότε κάνω μια δράση και κατ' αυτήν την έννοια είμαι ηθοποιός. Ταυτόχρονα παρατηρώ τον εαυτό μου ενώ δρα, στην κατάσταση της δράσης πάντοτε και ταυτοχρόνως. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι είμαστε θέατρο, ακόμη και αν δεν κάνουμε θέατρο. Μερικοί άνθρωποι κάνουν το θέατρο επάγγελμά τους, οπότε πρέπει να εξασκηθούν, να μάθουν να ποστάρουν τη φωνή τους, να χρησιμοποιούν τα αισθήματά τους, αλλά για να είσαι θέατρο είναι αρκετό το να είσαι ανθρώπινη ύπαρξη. Το Θέατρο των Καταπιεσμένων ασχολείται με το θέατρο το οποίο είσαι και όχι με το θέατρο το οποίο κάνεις. Ετσι αυτό το οποίο προσπαθούμε είναι να έχουμε ένα σύστημα ασκήσεων, παιχνιδιών και τεχνικών που να βγάζουν από μέσα σου αυτό που ήδη έχεις. Δεν είναι για να σου δώσει κάτι που είναι αλλότριο σε σένα. Κατά κάποιον τρόπο ανάγεται στη μαιευτική του Σωκράτη: απαντώντας στις ερωτήσεις, ανακαλύπτεις τη γνώση που ήδη είχες κρυμμένη μέσα σου. Αυτό που έγραψα λοιπόν και στο βιβλίο μου "για ηθοποιούς και μη ηθοποιούς" ήταν ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί και οι μη ηθοποιοί είναι η ίδια, είναι η θεατρική γλώσσα. Εχουμε πάθη στη σκηνή και πάθη στη ζωή μας. Χρησιμοποιούν τη φωνή τους στη σκηνή, κινούν το σώμα τους στη σκηνή οι ηθοποιοί, όπως κάνουμε όλοι στην πραγματική μας ζωή. Χρησιμοποιούμε την ίδια "γλώσσα". Αλλά ο ηθοποιός έχει τη συνείδηση του ότι χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα ενώ εμείς στην καθημερινή μας ζωή δεν έχουμε αυτή τη συνείδηση. Ετσι αυτό το οποίο προσπαθεί το Θέατρο των Καταπιεσμένων είναι να φέρει αυτή τη συνείδηση στους ανθρώπους οι οποίοι ήδη μιλούν θέατρο χωρίς να το ξέρουν. Εχει να κάνει με τη γνώση του ότι, θέλεις δεν θέλεις, σ' αρέσει δεν σ' αρέσει η γλώσσα που χρησιμοποιείς, είναι θέατρο, αυτή είναι η έκφραση. Ετσι επικοινωνείς μέσω των αισθήσεων, όχι αποκλειστικά και μόνο με τη λογική».
-Για ποιο λόγο όμως πρέπει να αναπτυχθεί στον καθένα μια τέτοια συνείδηση;
«Αν είσαι παρατηρητής του εαυτού σου εδώ και τώρα, στο παρόν, μπορείς να αναλύσεις το παρελθόν σου προκειμένου να επινοήσεις το μέλλον σου. Αυτό είναι το Θέατρο των Καταπιεσμένων: σήμερα, εδώ, στο παρόν, προσπαθείς να αναλύσεις το παρελθόν, τι έκανες, ποιους δρόμους έχεις πάρει, ποιους στόχους έχεις επιτύχει και προς τα πού θέλεις να βαδίσεις στο μέλλον. Ετσι το Θέατρο των Καταπιεσμένων είναι μια αντανάκλαση του παρελθόντος μέσα στο παρόν για το μέλλον».
-Μπορούμε να κάνουμε πρόβες για την πραγματικότητα; Η ζωή δεν είναι συνεχώς νέα δεδομένα;
«Ναι, νομίζω ότι μπορείς να κάνεις πρόβες για το μέλλον, όπως μια ποδοσφαιρική ομάδα μπορεί να προπονηθεί για τον αγώνα. Το γεγονός ότι έχεις προπονηθεί πολύ σκληρά δεν σου εξασφαλίζει βεβαίως τη νίκη στον αγώνα. Αν οι άλλοι έχουν εξασκηθεί καλύτερα, θα κερδίσουν αυτοί. Το να προετοιμάζεσαι για το μέλλον σημαίνει ότι είσαι καλύτερα εξοπλισμένος για να συνειδητοποιήσεις τι θέλεις. Αλλά το να πεις "εντάξει, εφόσον έχουμε κάνει πρόβες, θα κερδίσουμε", θα ήταν σαν να αρνείσαι τη ζωή γιατί η ζωή είναι ακριβώς απρόβλεπτη. Ισως ξέρεις πώς θα παίξει ο άλλος και ξέροντας αυτό είσαι καλύτερα προετοιμασμένος να δεις τι θέλεις εσύ».
-Δεν υπάρχει κίνδυνος η προετοιμασία να σε εμποδίσει να διακρίνεις την πραγματικότητα;
«Κίνδυνος, δεν θα έλεγα. Οπως είπα και πριν, η ζωή είναι η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας κάθε στιγμή. Απλώς πρέπει να είσαι έτοιμος να πεις "θέλω να κάνω αυτό και θα προσπαθήσω να το κάνω". Αλλά η κατάσταση δεν είναι ποτέ ακριβώς αυτό που έχεις προβλέψει, έτσι πάντοτε πρέπει να ζεις τη ζωή σου και όχι απλώς να αναπαράγεις την πρόβα για τη ζωή. Απλώς θα είσαι καλύτερα προετοιμασμένος, τίποτε περισσότερο. Αυτό σου δίνει το θέατρο, τη δυνατότητα να εξασκηθείς, αλλά δεν σου εγγυάται τη νίκη».
-Τι είναι η έκπληξη για ένα τέτοιο σύστημα;
«Η ίδια η ζωή είναι έκπληξη. Γιατί, αν όλα συνέβαιναν με τον τρόπο που τα έχεις προβλέψει, η ζωή θα γινόταν πολύ βαρετή. Πολλοί άνθρωποι ζουν ζωές χωρίς καμία έκπληξη. Πάνε στη δουλειά στις οκτώ, κάνουν τις ίδιες χειρονομίες, λένε την ίδια καλημέρα στους ίδιους ανθρώπους. Μερικές φορές ακόμη και πράγματα που θα έπρεπε να είναι πάντοτε δημιουργικά, όπως το να είσαι ερωτευμένος, μπορεί κάποτε να καταλήξουν και αυτά ακόμη ρουτίνα. Το να λες τα ίδια πράγματα στο ίδιο πρόσωπο με τον ίδιο τρόπο, ό,τι κάποια συγκεκριμένη στιγμή ήταν μια αποκάλυψη μπορεί να γίνει πολύ μηχανικό. Στην αργκό του Θεάτρου των Καταπιεσμένων αυτό το ονομάζουμε "τελετουργικοποίηση". Και αυτό είναι που πρέπει να πολεμήσεις, πρέπει να δημιουργείς καινούργιες πιθανότητες διαρκώς. Το ζήτημα δεν είναι να βρεις μια λύση για το κάθε πρόβλημα αλλά να αναπτύξεις την ικανότητα του να βρίσκεις καινούργιες πιθανότητες συνεχώς. Ακόμη και στο Θέατρο των Καταπιεσμένων που κάνουμε ποτέ δεν προσπαθούμε να πούμε ποια είναι η καλύτερη λύση, προσπαθούμε να ερεθίσουμε τον καθένα να σκεφθεί πιθανές λύσεις. Αυτό είναι που θέλουμε να επιτύχουμε».
-Δημιουργώντας μοντέλα αναγκαστικά μένεις σε σχετικά απλά πράγματα. Αυτό πώς συνδυάζεται με την τέχνη;
«Η φλογέρα των Ανδεων έχει έναν υπέροχο ήχο που μόνο η φλογέρα μπορεί να παράγει. Υπάρχει ο ήχος του γερμανικού πιάνου και αυτή τη μουσική μπορεί να την παράγει μόνο το γερμανικό πιάνο. Δεν πιστεύω ότι το πιάνο είναι καλύτερο από τη φλογέρα ή η φλογέρα καλύτερη από το πιάνο. Δεν πιστεύω ότι ένας απλός ήχος είναι καλύτερος από ό,τι ένας σύνθετος ήχος και το αντίθετο. Εσείς ως άτομο εκφράζετε καμιά φορά πολύ απλές ιδέες και πολύ απλά συναισθήματα και καμιά φορά εκφράζετε πολύ σύνθετα συναισθήματα και πολύ σύνθετες ιδέες. Τίποτε από τα δύο δεν είναι καλύτερο από το άλλο. Ετσι νομίζω ότι όταν κάνουμε Θέατρο των Καταπιεσμένων δεν πρέπει απαραιτήτως να είμαστε απλοί. Μερικές φορές είμαστε πολύ απλοί, αρχίζουμε με πολύ απλές ιδέες, αλλά πιστεύω ότι μερικές τεχνικές όπως το ουράνιο τόξο της επιθυμίας, είναι άκρως σοφιστικέ τεχνικές, πολύ σύνθετες τεχνικές. Αυτό που προσπαθώ είναι να μην κάνω ποτέ ένα πράγμα πολύπλοκο, αλλά σύνθετο ναι. Το σύνθετο παράγεται από πολλά απλά πράγματα. Πολύπλοκο είναι κάτι όταν δεν το καταλαβαίνεις. Μερικές τεχνικές του Θεάτρου των Καταπιεσμένων είναι εκπληκτικά πλούσιες και καθόλου απλές. Καθόλου απλές. Αυτό που κάναμε χθες ήταν το ουράνιο τόξο της επιθυμίας δεν είναι απλό. Πρέπει να αυτοσχεδιάσεις μια σκηνή και μετά να κάνεις εικόνα όλα τα χρώματα της επιθυμίας σου. Οι άλλοι άνθρωποι κάνουν τις δικές τους επιθυμίες σε σχέση με σένα και μετά συνδυάζεις αυτές τις επιθυμίες, κάνεις μια ενορχήστρωση των επιθυμιών, έπειτα αποφασίζεις να πολεμήσεις αυτές τις επιθυμίες, έπειτα κάνεις τις επιθυμίες να πολεμούν η μία την άλλη. Είναι εξαιρετικά σύνθετο. Στο Θέατρο των Καταπιεσμένων αρχίζεις με πολύ απλά πράγματα».
-Ποιοι είναι σήμερα οι Καταπιεσμένοι;
«Ολες οι σχέσεις ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα θα έπρεπε να είναι διάλογος. Μια χώρα και μια άλλη χώρα, άνδρας και γυναίκα, ένας μαύρος με έναν άσπρο θα έπρεπε να είναι διάλογος αλλά, όπως ξέρετε, στις ανθρώπινες σχέσεις υπάρχει η τάση του ενός από τους συμμετέχοντες στον διάλογο να κάνει μονόλογο και ο άλλος είναι αυτός που υπακούει, που ακούει. Οι λευκές κοινότητες στη Βραζιλία π.χ. ή στις ΗΠΑ προσπαθούν να επιβάλουν στους άλλους την άποψή τους, να τους επιβάλουν τα κριτήρια ακόμη και της ίδιας της ομορφιάς, τους τρόπους συμπεριφοράς, έτσι ώστε ο διάλογος καταργείται. Καταπίεση είναι όταν ο ένας από τους δύο συνομιλητές χάνει τη δύναμή του να μιλάει και πρέπει μόνο να ακούει. Αυτό που θέλουμε από το Θέατρο των Καταπιεσμένων δεν είναι να αντιστρέψουμε τους ρόλους καταπιεστή και καταπιεζόμενου, θέλουμε να αποκαταστήσουμε τον διάλογο, να συναντηθούν οι δύο πλευρές, να μπορούν να μιλούν και να λένε αυτό που θέλουν και οι δύο, να μπορούν να ανταλλάξουν απόψεις».
-Η καταπίεση και το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης;
«Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να πω ότι είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης αλλά έχει υπάρξει η ανθρώπινη ιστορία και συμφωνώ μαζί σας ότι πάντοτε ήταν έτσι. Κάθε φορά που μία δύναμη γίνεται πιο δυνατή από τις άλλες προσπαθεί να επιβάλει στις άλλες τον δικό της τρόπο ζωής, προσπαθεί πάντοτε να κυριαρχήσει. Πιστεύω ότι το ανθρώπινο είδος είναι αρπακτικό, ζώα που τρέφονται από άλλα ζώα. Ετσι είναι και ο άνθρωπος: τρέφεται κανιβαλιστικά τρώγοντας ο ένας τον άλλον, όχι κυριολεκτικά αλλά συμβολικά, παραστατικά. Πιστεύω ότι, ναι, υπάρχει η τάση. Οταν αυτό γίνεται μια παγκόσμια τάση, συμβαίνει αυτό που ονόμαζαν πριν αποικιοκρατία, αυτό που ονόμαζαν πριν ιμπεριαλισμό, αυτό που ονόμαζαν πριν "Η Αυτοκρατορία των Χιλίων Ετών", αυτό που ήθελε ο Χίτλερ για να παγκοσμιοποιήσει τον κόσμο, σύμφωνα με τη δική τους οπτική, την οπτική των ναζιστών. Και η παγκοσμιοποίηση είναι μια προσπάθεια να κάνεις τους πάντες να γίνουν ρομπότ και όχι άνθρωποι. Προσπαθούν να σε κάνουν να είσαι όμοιος με όλους τους άλλους, να μάθεις να σκέφτεσαι όπως όλοι. Γιατί; Διότι στις ημέρες μας αυτό που κυριαρχεί είναι η δύναμη της αγοράς. Θέλουν τη δύναμη της αγοράς να ρυθμίζει τα πάντα, ακούς ότι υπάρχει μια κρίση στην Ασία και ο αντίκτυπος φθάνει ως την Ελλάδα και τη Βραζιλία. Υπάρχει κρίση στις ΗΠΑ και το Χονγκ Κονγκ το καταλαβαίνει. Κερδοσκοπούν με το χρήμα. Η αγορά είναι που μετράει και αυτό σημαίνει ότι μετράνε τα εμπορεύματα περισσότερο από τον καταναλωτή, οπότε δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις δικές μας επιθυμίες. Θα σε κάνουν να αγοράσεις αυτό που έχουν να σου πουλήσουν, έτσι σου κλέβουν τις επιθυμίες σου και σου βάζουν μια "προθήκη" επιθυμίας, σου εμφυτεύουν μια επιθυμία και ξαφνικά αρχίζεις να νομίζεις ότι θέλεις αυτό που είναι η αγορά. Στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό η επιθυμία σου. Είναι μια επιθυμία εμφυτευμένη σε σένα, αυτό που ονομάζω μια "προθήκη" επιθυμίας. Οπως κάνουν προθήκη σε ένα δόντι, σε ένα κομμένο χέρι, έτσι βάζουν προθήκη και στην καρδιά μας και μετά πιστεύουμε ότι αυτά τα θέλουμε και δεν θυμόμαστε πια ποια ήταν η δική μας επιθυμία».
-Αλλά η αρχή της ανθρώπινης ιστορίας βρίσκεται στην ανθρώπινη φύση. Μήπως το Θέατρο των Καταπιεσμένων είναι μια προσπάθεια απλώς να επιβραδυνθεί μια φυσιολογική και αναπόφευκτη εξέλιξη;
«Ακόμη κι αν μπορούσαμε να πούμε κατηγορηματικά ότι η καταπίεση είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης, θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι στην ανθρώπινη φύση ενυπάρχει η εξυπνάδα. Αν ο άνθρωπος είναι εξυπνότερος από ό,τι τα άλλα ζώα, με την εξυπνάδα μας μπορούμε να πολεμήσουμε ενάντια σε αυτό που είναι η αρπακτική ανθρώπινη φύση. Πιστεύω ότι μέσα στην καρδιά μας έχουμε επιθυμίες. Οι επιθυμίες είναι μη λογικές και μη ηθικές. Η επιθυμία μου δεν είναι ηθική. Δεν σκέφτομαι αν είναι ηθικά σωστό ή όχι, επιθυμώ. Επιθυμώ. Επιθυμώ να σκοτώσω κάποιον ή επιθυμώ να κάνω έρωτα σε ένα συγκεκριμένο αριθμό ατόμων. Υπάρχει όμως και η θέληση. Η θέληση είναι ηθική και συνειδητή. Μπορώ να πω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ κάποιες από τις επιθυμίες μου. Ετσι μπορώ να πω "θέλω να σκοτώσω κάποιον", αυτή είναι η επιθυμία μου, αλλά η θέλησή μου υπεισέρχεται και λέει "δεν θα σκοτώσω κανέναν διότι είμαι ενάντιος στη θανατική καταδίκη". Δεν θα σκοτώσω, ακόμη κι αν επιθυμώ να σκοτώσω τον Πινοσέτ, πράγμα που είναι μια πολύ φυσιολογική επιθυμία κάθε ανθρώπινου πλάσματος. Είναι αλήθεια ότι στη φύση μας υπάρχει κάτι το αρπακτικό γιατί είμαστε ζώα αλλά επειδή είμαστε άνθρωποι έχουμε θέληση».
-Εχουν όλοι οι άνθρωποι θέληση;
«Πιστεύω ότι όλοι μπορούμε να αναπτύξουμε τη θέλησή μας και τις επιλογές μας και να κάνουμε την ανθρωπότητα να γίνει πραγματική ανθρωπότητα κι όχι αυτό που είναι τώρα. Γιατί τώρα η ανθρωπότητα χωρίζεται σε τρία μέρη: ένα μέρος είναι οι κατέχοντες την αγορά, το δεύτερο μέρος οι καταναλωτές στην αγορά και το τρίτο μέρος το πετάμε στην Αφρική, τους πετάμε και τους αφήνουμε να σκοτώνονται μόνοι τους, όπως οι Τούτσι, και δεν μας νοιάζει καθόλου. Αλλά όχι μόνο στην Αφρική, σε κάθε χώρα νιώθεις τις ανάγκες της τρίτης ανθρωπότητας. Πάω στο Λονδίνο κάθε χρόνο, δουλεύω εκεί, κάνω σεμινάρια, παραστάσεις. Κάθε φορά βλέπω όλο και περισσότερους "πολίτες των χαρτόκουτων", αστέγους με άλλα λόγια. Πας στη Γαλλία, πας στις ΗΠΑ, βλέπεις φτώχεια και μιζέρια. Ετσι κατασκευάζουμε μια τρίτη ανθρωπότητα, την ανθρωπότητα εκείνων για τους οποίους δεν ενδιαφερόμαστε επειδή δεν καταναλώνουν, δεν πληρώνουν για τίποτε, δεν βοηθάνε τη μηχανή της διαφήμισης να συνεχίσει, αυτό είναι νομίζω που πρέπει να πολεμήσουμε. Αν είμαστε άνθρωποι, πρέπει να έχουμε πολιτική ηθική που να λέει ότι όταν κάποιος υποφέρει θα τον βοηθήσουμε. Αν λέμε "η ζωή είναι σύντομη, με νοιάζει η προσωπική μου ευτυχία", αυτό δεν είναι ανθρώπινο, είναι προ-ανθρώπινο. Θα γίνουμε άνθρωποι όταν μάθουμε να είμαστε ηθικοί. Και ηθική είναι να υπάρχει μία ανθρωπότητα και όχι τρεις, όπως τώρα».
-Πώς μπορείς να μιλάς για τους απόκληρους όταν εξ ορισμού ανήκεις στην προνομιούχο τάξη; Δεν είναι κι αυτό μια υπόγεια μορφή καταπίεσης;
«Οχι, δεν είναι, αλλά παλιότερα υπήρξε. Στη δεκαετία του '50, του '60, ακόμη και στις αρχές του '70 υπήρχε η μόδα του επονομαζόμενου πολιτικού θεάτρου. Εμείς που κάναμε πολιτικό θέατρο, και αυτό είναι μια κριτική και για τον εαυτό μου, όχι μόνο για τους άλλους, είχαμε την τάση να πιστεύουμε ότι αφού είμαστε καλλιτέχνες ξέρουμε περισσότερα από το κοινό μας και μπορούμε να του πούμε "πρέπει να κάνεις αυτό ή πρέπει να κάνεις εκείνο", να πούμε στις γυναίκες πώς να συμπεριφέρονται ενώ εμείς είμαστε άνδρες, στους μαύρους πώς να απελευθερωθούν ενώ εμείς είμαστε λευκοί ήταν φρικτό. Αλλά το κάναμε. Θα σας πω μια ιστορία. Κάποτε ήμουν στα βορειοανατολικά της Βραζιλίας δουλεύοντας με αγρότες και κάναμε ένα έργο που τελείωνε με τα λόγια "πρέπει να δώσουμε το αίμα μας για να ελευθερώσουμε τη γη μας". Ηταν το τέλος ενός ωραίου τραγουδιού, όλοι μας τραγουδούσαμε με τη γροθιά υψωμένη και με τουφέκια στο δεξί μας χέρι θεατρικά τουφέκια όμως. Και τότε ήρθε ένας αγρότης και μου είπε: "Αν σκέφτεσαι ακριβώς όπως εμείς, ότι πρέπει να δώσεις το αίμα σου για να ελευθερώσεις τη γη σου, πάρε το τουφέκι σου κι έλα μαζί μας να πολεμήσουμε κάποιον που έχει καταλάβει τη γη μας". Και τότε του είπα: "Είμαστε αληθινοί, είμαστε αληθινοί άνθρωποι, δεν είμαστε ψεύτες, αλλά τα τουφέκια μας είναι ψεύτικα, είναι θεατρικά". Και αυτός είπε: "Μη σε νοιάζει, τα τουφέκια μπορεί να είναι ψεύτικα, εσείς όμως είστε αληθινοί άνθρωποι. Ελάτε μαζί μας κι εμείς έχουμε τουφέκια για όλους". Και τότε του είπα: "Ακου, δεν είμαστε ψεύτες, είμαστε αληθινοί, αλλά είμαστε αληθινοί καλλιτέχνες και όχι αληθινοί αγρότες". Και τότε μου είπε: "Αφού εσείς οι αληθινοί καλλιτέχνες λέτε ας χύσουμε το αίμα μας για τη γη μας, εσείς οι αληθινοί καλλιτέχνες μιλάτε για μας, για το δικό μας αίμα, όχι για το δικό σας". Και από τη στιγμή εκείνη κατάλαβα ότι δεν πρέπει να δίνω συμβουλές αν δεν είμαι έτοιμος να ακολουθήσω τις ίδιες μου τις συμβουλές. Και τότε άλλαξα. Και τώρα δεν έχω κανένα πρόβλημα να πάω στην Μπουρκίνα Φάσο, μία από τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο όλος ο προϋπολογισμός αυτής της χώρας των 8 εκατ. κατοίκων είναι μικρότερος από τον προϋπολογισμό της Οπερας του Παρισιού , και να δουλέψω με πάμπτωχους ανθρώπους. Και όμως νιώθω σαν στο σπίτι μου όταν πάω εκεί, γιατί δεν πάω πια για να πω "κάνε αυτό ή κάνε εκείνο", πηγαίνω φέρνοντάς τους έναν τρόπο ανάλυσης της ίδιας τους της κοινωνίας και ρωτώντας τους τι μπορούν, τι είναι πρόθυμοι να κάνουν. Είκοσι χρόνια πριν, στην Αλγερία, δούλευα με γυναίκες και μου είπαν: "Αν φέρεις εδώ ένα έργο από τη Γαλλία, από το Παρίσι, όπου οι γυναίκες κάνουν αυτό κι εκείνο, εδώ δεν μπορείς να το κάνεις, γιατί εδώ για μια γυναίκα το να βγάλει το τσαντόρ και να δείξει τα χείλη της είναι χειρότερο από ό,τι να βγει μια Παριζιάνα γυμνή στα Ηλύσια Πεδία". Ποτέ δεν μπορείς να πας να πεις κάντε αυτό, γιατί το κάνουν κάπου αλλού, όχι. Είσαι στο Παρίσι, θα παλέψεις στο Παρίσι, είσαι στην Αλγερία, θα παλέψεις στην Αλγερία».
-Πότε καταλάβατε για πρώτη φορά ότι υπάρχει καταπίεση;
«Ηταν πολύ νωρίς στη ζωή μου, γιατί μεγάλωσα σε ένα κομμάτι του Ρίο ντε Τζανέιρο όπου υπήρχε πάρα πολλή φτώχεια. Από την πιο τρυφερή μου ηλικία έβλεπα πλούσιους και φτωχούς, έτσι δεν ήταν για μένα και πολύ δύσκολο να καταλάβω τι είναι η καταπίεση. Ετσι πολύ νωρίς άρχισα να γράφω έργα για τους καταπιεσμένους, πάντοτε όμως από τη δική μου οπτική γωνία. Δεν ήμουν ο ίδιος καταπιεσμένος από τις ίδιες καταπιέσεις για τις οποίες μιλούσα. Τα έργα μου ήταν ψεύτικα. Δεν μιλούσα για τον εαυτό μου, μιλούσα γι' αυτό που νόμιζα ότι ήταν οι άλλοι άνθρωποι. Το χειρότερο όμως πράγμα που έχω νιώσει ήταν όταν είχα συλληφθεί στη Βραζιλία. Με έβαλαν σε ένα μικρό κελί επτά οπλισμένοι και έλεγαν ότι θα με βασανίσουν αν δεν μιλήσω. Δεν μίλησα και με βασάνισαν με ηλεκτροσόκ και διάφορα άλλα. Εκείνη η στιγμή της ζωής μου ήταν η πιο φρικτή, όταν αισθάνθηκα πόσο τρωτή είναι η ζωή γιατί πάντοτε σκεφτόμαστε τον θάνατο, αλλά πάντοτε με την αφηρημένη αίσθηση ότι όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε. Ξαφνικά όμως βλέπεις όλα αυτά τα όργανα βασανισμού και λες "ίσως μου κάνουν πιο πολλά ηλεκτροσόκ από ό,τι μπορώ να αντέξω και ίσως πεθάνω τώρα" και έτσι αντιμετωπίζεις εκεί συγκεκριμένα το ενδεχόμενο σε δύο λεπτά να μην υπάρχεις πια και σκέφτεσαι όλη σου τη ζωή τελείως διαφορετικά. Και την ίδια στιγμή βλέπεις τη βλακεία και τη ζωώδη πλευρά αυτών των ανθρώπων, που είναι τόσο απάνθρωποι, γιατί η ζωή σου τούς ανήκει, μπορούν να τη διαθέσουν όπως θέλουν. Οταν βρέθηκα αντιμέτωπος με τον θάνατο και μάλιστα με έναν ηλίθιο θάνατο, ρωτούσα γιατί. Ημουν σωστά στα μυαλά μου, αισθανόμουν πολύ υγιής και ξαφνικά η ζωή μου ήταν μια απόφαση άλλων και όχι δική μου. Αλλά καταπιέσεις με έναν λιγότερο άμεσο τρόπο αισθάνομαι όλη την ώρα. Ας πούμε οι ομάδες μου με τις οποίες κάνω θέατρο στη Βραζιλία ή στη Γαλλία δεν παίρνουν τις ίδιες επιχορηγήσεις με άλλους. Πρέπει να δουλεύουμε πολύ περισσότερο για να έχουμε λιγότερα».
-Γιατί αυτό;
«Διότι οι κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως για ένα τέτοιου είδους θέατρο. Μερικές κυβερνήσεις, όπως της Μπουρκίνα Φάσο, πληρώνουν ηθοποιούς για να παίζουν επαγγελματικά Θέατρο των Καταπιεσμένων γιατί το χρειάζονται. Στη Γαλλία όμως ή στη Βραζιλία δεν νοιάζονται και πολύ. Αν έκανα ένα πιο εύκολο θέατρο όταν εγώ ο ίδιος έκανα τη Φαίδρα του Ρακίνα στη Βραζιλία πήραμε πάρα πολλά λεφτά για να πάμε παντού , κανένα πρόβλημα. Κάνεις όμως τη Φαίδρα για ένα κοινό που πληρώνει και δεν χρειάζεσαι και τόσο μια τέτοια υποστήριξη αλλά για να παίξουμε για τους φτωχούς ανθρώπους που το χρειάζονται δεν μας δίνουν λεφτά. Μας δίνουν λεφτά για να παίξουμε για τη μεσαία τάξη και πάνω. Αν κάνουμε το θέατρο που θέλουν, μας δίνουν όλα τα λεφτά που χρειαζόμαστε, αν θέλουμε όμως να κάνουμε ένα είδος θεάτρου που πιστεύουμε ότι είναι πιο χρήσιμο για τον πληθυσμό, τότε δεν παίρνουμε τίποτα».
-Μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα με το θέατρο ή χρειάζεται πιο άμεση εμπλοκή με την πολιτική; Εσείς ας πούμε έχετε εκλεγεί με το Εργατικό Κόμμα.
«Οχι, βέβαια, το θέατρο δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε. Είναι σαν να σου δίνει ένα κλειδί αλλά το κλειδί δεν θα ανοίξει μόνο του καμία πόρτα αν δεν την ανοίξεις εσύ ο ίδιος. Παίρνεις το κλειδί, πας εκεί και ανοίγεις την πόρτα. Το κλειδί μόνο του είναι άχρηστο αν το πάρεις και το αφήσεις στο τραπέζι δεν βοηθάει σε τίποτα. Αυτοί που θα αλλάξουν τον κόσμο είναι οι άνθρωποι, τα πρόσωπα, όχι το θέατρο. Το θέατρο είναι ένα πολύ ισχυρό όπλο αλλά χρειάζεται δουλειά. Οσο για την πολιτική, εγώ πολιτική έκανα πάντοτε αλλά όχι ενταγμένος σε κάποιο κόμμα, γιατι δεν είχα ποτέ την πειθαρχία που απαιτείται για να είσαι μέλος ενός πολιτικού κόμματος δεν την είχα ποτέ. Κάποτε όμως θέλησα να κάνω ένα πείραμα για το πώς μπορείς να νομοθετείς μέσα από το θέατρο. Και τότε εκλέχθηκα για το νομοθετικό σώμα του Ρίο και υπέγραψα ένα συμβόλαιο μαζί με όλη την ομάδα μου του Θεάτρου των Καταπιεσμένων όλοι υπέγραψαν μέσω εμού. Μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια δραστηριοποιήσαμε πολλά θεατρικά γκρουπ σε σχολεία, σε συνδικάτα, σε εκκλησίες, σε κάθε μορφή οργανωμένου πληθυσμού, στους μαύρους φοιτητές στο πανεπιστήμιο, σε μια ομάδα οργανωμένων ομοφυλοφίλων, σε ομάδες τρίτης ηλικίας, σε εργάτες, αγρότες χωρίς γη, 90 ομάδες συνολικά. Αυτές οι 90 ομάδες έκαναν Θέατρο των Καταπιεσμένων για τις κοινότητές τους, έκαναν διάλογο με άλλες κοινότητες και έκαναν και φεστιβάλ. Και πάντοτε κάποιος σημείωνε όλες τις προτάσεις που γίνονταν. Και εγώ έπαιρνα αυτές τις προτάσεις και ο δικηγόρος μου μετέτρεπε αυτές τις επιθυμίες του πληθυσμού σε σχέδια νόμου και εγώ τις παρουσίαζα στη Βουλή. Παρουσίασα 40 σχέδια νόμου, 13 έγιναν αποδεκτά και ψηφίστηκαν ως νόμοι. Εφθασα στο σημείο να ενώσω το θέατρο με την πολιτική. Για πρώτη φορά η επιθυμία του πληθυσμού έγινε γραπτός νόμος της πόλης του Ρίο 13 φορές. Ηταν μεγάλο επίτευγμα, ήταν η πρώτη φορά στον κόσμο που μπορούσες να πεις ότι η θεατρική δουλειά παρήγαγε τον νόμο τον οποίο πρέπει να υπακούουν τώρα όλοι. Η επιθυμία έγινε νόμος. Ηταν η σύζευξη ανάμεσα στο θέατρο και στην πολιτική».
- Πώς μπορείς να χωρέσεις την επιθυμία μέσα σε ένα νόμο;
«Ο νόμος είναι πάντοτε επιθυμία κάποιου. Μόνο που είναι η επιθυμία κάποιου άλλου, όχι η δική σου επιθυμία. Αυτό που κάναμε ήταν να πούμε "ας κάνουμε και τη δική μας επιθυμία νόμο"».
-Στο σεμινάριο που κάνατε εδώ ποιες ήταν οι επιθυμίες των Ελλήνων, ποια είναι τα θέματα που τους απασχολούν;
«Πρότειναν τον ρατσισμό ως θέμα, τον σεξισμό, την καταπίεση από την πολιτική ζωή που επιβάλλει ορισμένα πράγματα ενάντια στη θέληση του πληθυσμού και επίσης τη γραφειοκρατία. Αυτά είναι τα θέματα πάνω στα οποία δουλεύουν. Αλλά στο πιο υποκειμενικό μέρος της δουλειάς έφεραν πράγματα όπως ο έρωτας, η ανασφάλεια, ο φόβος για τη ζωή και τέτοια. Αλλά τα θέματα που διάλεξαν τώρα για να δουλέψουν αντικειμενικά είναι αυτά τα τέσσερα θέματα».
-Μιλάτε συνέχεια για δουλειά. Στο ταλέντο πιστεύετε ή το θεωρείτε ένα προϊόν της καπιταλιστικής κοινωνίας;
«Μια τέτοια ερώτηση προέρχεται από ένα ταλαντούχο άτομο. Εχεις το ταλέντο να κάνεις μια τέτοια ερώτηση, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί να κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις. Κάποιοι άνθρωποι είναι περισσότερο ταλαντούχοι από κάποιους άλλους, έχουν αναπτύξει την εξυπνάδα, την τεχνική τους περισσότερο από κάποιους άλλους, οπότε πιστεύω στο ταλέντο πάρα πολύ. Αλλά επίσης πιστεύω ότι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως του πόσο ταλέντο έχουν, μπορούν να βελτιωθούν. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που δεν εξαρτάται από το ταλέντο που έχεις. Ακόμη και κάποιος χωρίς καθόλου ταλέντο μπορεί να μάθει κάτι. Και αυτοί που έχουν πολύ περισσότερο ταλέντο μπορούν να μάθουν περισσότερα. Ολοι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα από τον εαυτό τους. Δεν με νοιάζει ο ανταγωνισμός, να τα πάω καλύτερα από σένα, αυτό δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι "μπορώ να τα πάω καλύτερα από τον εαυτό μου;". Ναι, μπορώ! Ανεξαρτήτως του πόσο πολύ ή πόσο λίγο ταλέντο έχω, ξέρω ότι μπορώ να γίνω καλύτερος. Αυτό που πάντοτε προσπαθώ είναι να γίνομαι καλύτερος από τον εαυτό μου και να βοηθώ άλλους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι από τον εαυτό τους, όχι να τους βάλω σε ανταγωνισμό. Αλλά το ταλέντο υπάρχει και η δουλειά υπάρχει επίσης».
Το ΒΗΜΑ, 19/07/1998 , Σελ.: C09
Κωδικός άρθρου: B12490C091
ID: 97984
Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010
«Μέχρι νεωτέρας»: Η ιστορία του Σαμίρ

της Ρίκας Βαγιάνη
Ο Σαμίρ είναι εργάτης, Παλαιστίνιος, και δουλεύει σε οικοδομικό συνεργείο. Ηταν στην ομάδα που ανακαίνιζε το σπίτι των καλών μας φίλων στο Τελ Αβίβ. Απ’ όλους τους εργαζόμενους ήταν ο πιο γλυκός, ο πιο τσαχπίνης και ο πιο δουλευταράς. Το ζευγάρι τον αγάπησε (οι εργασίες στα διαμερίσματα του Τελ-Αβίβ κρατάνε όσο περίπου και στην Αθήνα, μήνες και μήνες). Εγιναν φίλοι, όπως εκατοντάδες, χιλιάδες Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι που βρέθηκαν να συνυπάρχουν, όπως τέλος πάντων συνυπάρχουν, σ’αυτή την παράξενη γωνιά του κόσμου.
Μια μέρα ο Σαμίρ δεν ήρθε στη δουλειά. Ούτε την επόμενη, ούτε την μεθεπόμενη, πράγμα αδιανότητο, γιατί δεν είχε χάσει ποτέ του μεροκάματο. Το είχε, άλλωστε, τρομερή ανάγκη, αφού η γυναίκα του μόλις είχε γεννήσει το παιδί τους.
«Πού είναι ο Σαμίρ»; ρώτησε το ζευγάρι τον (επίσης Παλαιστίνιο) εργολάβο. Προς μεγάλη τους έκπληξη, είδαν τον σκληροτράχηλο άνθρωπο να ξεσπάει σε λυγμούς. Πριν τρεις νύχτες, το μόλις δύο εβδομάδων μωρό του Σαμίρ, ανέβασε υψηλό πυρετό. Εννοείται πώς στον οικισμό του (από τις αποκλεισμένες κατεχόμενες περιοχές) δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αντιμετωπίσεις οποιοδήποτε επείγον περιστατικό, πόσο μάλλον ένα νεογνολογικό. Ο Σαμίρ, πανικόβλητος, πήρε το μωρό αγκαλιά και ξεκίνησε (με τα πόδια, όπως πάντα) να το πάει στο νοσοκομείο, στην «άλλη πλευρά».
Στον σημείο εισόδου, είδε όπως πάντα, από μακριά, τους κομμάντο της IDF. Με το μωρό που ψηνόταν στα χέρια, προχώρησε, αποφασισμένος να επιταχύνει τη διαδικασία του περάσματος.
Όμως, το σημείο εισόδου ήταν κλειστό. Κανείς δεν περνούσε «στην άλλη πλευρά». Είχε γίνει κάποιος ύποπτος τσαμπουκάς, και όλα τα περάσματα είχαν κλείσει μέχρι νεωτέρας. Για πόσο; Άγνωστο. Ο Σαμίρ άπλωσε τα χέρια, δείχνοντας στο συνοριοφύλακα το άρρωστο μωρό. Το νοσοκομείο απείχε μόλις λίγα λεπτά. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, έχω διαταγές» τον ενημέρωσε ο νεαρός φρουρός. Μόλις δοθούν εντολές να ανοίξουν τα μπλόκα, θα περάσεις».
Οι εντολές κάποτε ήρθαν, ύστερα από πόσες ώρες δεν ξέρω. Αλλά ο Σαμίρ δεν πέρασε ποτέ το checkpoint εκείνο το βράδι. Το μωράκι του δεν άντεξε. Ξεψύχησε με σπασμούς στα χέρια του πατέρα του, μπροστά στις μπάρες του μπλόκου, κάτω από τα μάτια των φρουρών που μετρούσαν, μαζί με το Σαμίρ, τις τελευταίες του ανάσες.
Μετά από μερικές μέρες, το ζευγάρι των φίλων μας, άκουσε μια παράξενη ιστορία: Ενας νεαρός κομμάντο των συνοριακών δυνάμεων (παιδιά-θεριά, εκπαιδευμένα να μη μασάνε πουθενά), νοσηλευόταν με ισχυρό σοκ, σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Μια νύχτα, έλεγαν, την ώρα της φρουράς του, ένα νεογέννητο είχε ξεψυχήσει στα χέρια του πατέρα του, που ικέτευε επί ώρες να ανοίξει η μπάρα ελέγχου. Η ίδια μπάρα που ο φρουρός είχε διαταγές να κρατά κλειστή «μέχρι νεωτέρας». Η ίδια μπάρα που χώριζε το παιδί από το νοσοκομείο, λίγα λεπτά απόσταση.
Όσο για τον Σαμίρ, μετά από τρεις μέρες ξαναγύρισε στη δουλειά. Την είχε, άλλωστε, απελπιστικά ανάγκη.
( Προσωπικό σημείωμα: Δεν είμαι αφελής. Εχω απόλυτη συναίσθηση του ότι ιστορίες σαν αυτή, κι ακόμα πιο τραγικές, υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες σήμερα, στα κατεχόμενα εδάφη της Δυτικής Όχθης, κι άλλες τόσες, ακόμα σκληρότερες, στη Γάζα και στις αποκλεισμένες περιοχές.
Όμως αυτή είναι η ιστορία του Σαμίρ. Ετσι μου τη διηγήθηκαν συντετριμμένοι, οι φίλοι του, κι έτσι ακριβώς όπως την άκουσα, τη μεταφέρω. Καλό Σαββατοκύριακο).
Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010
Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010
To Shoot an Elephant
«Κυνηγώντας Ελέφαντες» from tv xoris sinora on Vimeo.
Στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ Κυνηγώντας Ελέφαντες (To Shoot an Elephant, Ισπανία), παρουσιάζεται η συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία των σκηνοθετών Αλμπέρτο Άρσε και Μοχάμαντ Ρουτζάιλα με φόντο τη βίαιη ισραηλινή επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας το Δεκέμβριο του 2008, μια επιχείρηση θανάτου ονόματι «Ρίψη Μολύβδου» που διήρκεσε 21 μέρες και άφησε πίσω της 1.412 νεκρούς Παλαιστίνιους.
Οι δυο ντοκιμαντερίστες ήταν ανάμεσα στους λιγοστούς ξένους που κατάφεραν να εισχωρήσουν στην εμπόλεμη ζώνη και να καταγράψουν τα ρεαλιστικά στιγμιότυπα μιας εφιαλτικής πολιορκίας. Ορισμένες από τις σκηνές είναι ιδιαίτερα σκληρές ωστόσο οι κινηματογραφιστές επέλεξαν να μην τις αγνοήσουν.
Σύμφωνα με τους δημιουργούς, ο τίτλος προέρχεται από την ομώνυμη ιστορία-δοκίμιο “Shooting an Elephant” του George Orwell, στην οποία περιγράφεται η ίσως αυτοβιογραφική για το συγγραφέα εμπειρία -ως αποικιοκρατικού υπαλλήλου της βρετανικής αυτοκρατορίας στη Μιανμάρ- του πυροβολισμού ενός ελέφαντα με σκοπό τη θανάτωσή του:
"Πέθαινε, πολύ αργά και με μεγάλη οδύνη, αλλά σε κάποιον απόμακρο από εμένα κόσμο, όπου ούτε η σφαίρα δε μπορούσε πλέον να τον βλάψει. Ένοιωσα ότι έπρεπε να δώσω ένα τέλος σε αυτόν το φρικτό θόρυβο. Έμοιαζε απαίσιο να βλέπω το ζώο ξαπλωμένο εκεί, ανήμπορο να κουνηθεί κι ωστόσο ανήμπορο να πεθάνει, και παρόλα αυτά να μη μπορώ να το αποτελειώσω. Έστειλα να μου φέρουν το μικρό μου τουφέκι κι άδειασα τη μια σφαίρα μετά την άλλη στην καρδιά και στο λαιμό του. Δε φάνηκε να του προξενούσαν την παραμικρή εντύπωση. Οι βασανιστικές ανάσες συνεχίζονταν, το ίδιο ρυθμικές όσο και ο κτύπος των δεικτών ενός ρολογιού.
...στη συνέχεια, φυσικά, έγιναν ατέλειωτες συζητήσεις για τον πυροβολισμό του ελέφαντα. Ο ιδιοκτήτης ήταν εξοργισμένος, άλλα ήταν μοναχά Ινδός και δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Εκτός αυτού, από νομική άποψη είχα πράξει το σωστό, γιατί ένας αφηνιασμένος ελέφαντας πρέπει να θανατώνεται, όπως ο λυσσασμένος σκύλος, όταν ο ιδιοκτήτης του αποτυγχάνει να τον τιθασεύσει."
George Orwell - Shooting an Elephant
from TVXS
Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



